Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις
Όλες οι λέξεις
1080 λέξεις και φράσεις, η καθεμιά με την πηγή της.
Α
- ΆγουστοςΑύγουστος
- άθα̈αρωματικά φυτά
- ΆθιαΆνθη
- άθρεπονάνθρωπος
- Άκ'σονΆκου
- ΆκλερονΦτωχό
- ΆλαςΑλάτι
- ΆλεονΆλογο
- Άμον / ΌμονΣαν
- Άμον την κάταμ απάν ση ραχίαν κι ρουζLit. like the cat on the mountains, it does not fall.
- άμ’αλλά
- ΆναλονΑνάλατο
- ΆντραςΣύζυγος
- ΆρκοςΑρκούδα
- άσκριαάχυρα
- Άσκρια / Αστάσ̌ιαΆχυρα
- ΆστροΑστέρι
- ΆτσαπαΆραγε
- ΆφτωΑνάβω
- άψιμονφωτιά
- Άψιμον / ΒρούλαΦωτιά
- αΐτικα δουλείες!Τέτοια πράγματα!
- αέτςέτσι
- Αέτς / χατςΈτσι
- Αίχτρια / ΈχτρεαΞαστεριά
- αβούτοαυτό
- Αβούτος / ΑούτοςΑυτός
- αγανάχτετοςάνεργος
- αγγόναφίδι
- ΑγδήνΓουδί
- Αγναεύω / ΕγνάψαΚαταλαβαίνω
- ΑγούρΑγόρι
- ΑγράνεμοςΆγριος άνεμος
- αγροκόσσαραπέρδικα
- ΑγροχάπαροςΚακαγγελιαφόρος
- αγρούμαιφοβάμαι
- αγυναίτσ̑ιγοςχωρίς γυναίκα
- ΑδάΕδώ
- αδακάεδώ
- αδαπέσμέσα εδώ
- ΑελάδινΔαμάλα
- ΑεργίτεςΝοέμβριος
- Αερόπον / ΦυσατόΆνεμος
- ΑητέντςΑετός
- ΑθόγαλαΚαϊμάκι
- ΑιγίδΚατσίκα
- Ακεί / ΕκέςΕκεί
- ΑκρέπΣκορπιός
- ΑλάχτοριΚόκορας
- ΑλέτρινΑλέτρι
- ΑλαπόνΑλεπού
- αληθείααλήθεια / πραγματικότητα
- Αλικόν / ΑλυκόςΑλμυρό
- ΑλισφερίσΣυναλλαγή
- Αλλομίαν / Μίαν κι άλλοΆλλη μια φορά
- αλυκόςαλμυρός
- ΑνάθεμαΑνάθεμα
- ΑνάμνονΠερίμενε
- ανάντριγοςχωρίς σύζυγο
- ΑνάντριστοςΑνύπαντρη
- ΑνάσμανΑνάσα
- ΑνέντροποςΑδιάντροπος
- ΑναπάουμαιΞεκουράζομαι
- Ανασπάλω / ΕνέσπαλαΞεχνώ / ξέχασα
- ΑναστορώΘυμάμαι
- ΑνεψίονΑνιψιός
- ΑνοιγάρΚλειδί
- Ανοιχτήν / ΑνοιχτήςΜάντης
- ΑνταμώθαμεΣυναντηθήκαμε
- ΑντράδελφοςΚουνιάδος
- ΑντρίζωΠαντρεύεται (η γυναίκα)
- αντραδέλφισσακουνιάδα
- ΑξινάρΤσεκούρι
- ΑπάνΠάνω
- ΑπέςΜέσα
- απέτ’αφού
- απέτ’ έφαγαμε, ντο στέκουμε;Αφού φάγαμε, γιατί στεκόμαστε;
- απέτ’ εν’ αέτσ’Αφού είναι έτσι
- ΑπίδΑχλάδι
- Απετσ̑ειάΓι' αυτό
- αποβοτανίζωξεβοτανίζω
- αποζουζουλογώσυλλέγω καλαμιές μετά τον θερισμό
- Αποθάνω / ΨοφώΠεθάνω
- ΑποθανείναιΝα πεθάνει
- αποκάμινδαυλί
- αποκοττίζωαπογαλακτίζω
- απουρπουνούτο πρωί
- Απουρπουνού / ΠουρνάριΤο πρωί
- αποχασμούμενχασμουριέμαι
- απράνανπριν από λίγο
- ΑπόθενΑπό πού
- ΑπόπαπαςΚαθαιρεμένος ιερέας
- αραέτςέτσι ακριβώς
- ΑραεύωΨάχνω
- ΑραμπάΑμάξι
- αργατικόεργατικό ημερομίσθιο
- αρκα(ν)τάσηςστενός, αχώριστος φίλος
- ΑρλίνΣτενοχωρημένο
- αρματσούκαρματσούκ
- ΑρνομάλλιαΜαλλί αρνιού
- ΑρνόποΑρνάκι
- Αρσ̌ιά / ΠλουμίδΚέντημα
- ΑρσούζηςΆτακτος
- ΑρωθυμίαΝοσταλγία
- ΑςΝα
- ασ̑ύριάχυρο
- ασηράχαντοςσκαντζόχοιρος
- Ασηράχαντος / Χαντόσχερο / Σ̑ίντραΣκαντζόχοιρος
- ασλαεύωεμβολιάζω φυτά
- Ασλαεύω / ΠιβολάζωΜπολιάζω
- ΑσπίδαΚεραυνός
- ασπρίδαασπράδι αυγού
- Αστόσ̌Μοναχικός
- ατάαυτά
- ατέαυτή
- ΑτείνΑυτοί
- ατουκάεκεί κοντά
- ατούεκεί
- Ατσ̑ιεύωΛυπάμαι
- ατόαυτό
- ατόςαυτός
- Ατός / Ατέ / ΑτόΑυτός, ή, ό
- ΑτώραΤώρα
- ΑυγίτεςΑυγερινός
- ΑφκάΚάτω
- Αφορισμένος / ΑφορισμέντσαΚαταραμένος, η
- αφορισμέντσαατίθαση / καταραμένη
- ΑφουκρούμαιΑκούω
- ΑφώτιστοΑβάπτιστο
- ΑχάντΑγκάθι
- αχλάδιχόρτο
- Αχμάκ'ςΒλάκας
- ΑχούλΜυαλό
- αχπάσιμοξεκίνημα
- Αχπάσκουμαι / ΕχπάσταΑναχωρώ / αναχώρησα
- Αχταλεύω / ΑχταρεύωΣκάβω
- αχταρεύωσκάβω
- αψίχολοςευέξαπτος
- αψημάδιστάχτη
- ΑψημαρείοΕστία
- ΑύριονΑύριο
Β
- ΒάλονΒάλε
- βέζωβήχω
- Βίντος / ΠέζανοςΑλογόμυγα
- βαράσκουμαιβαριέμαι
- βαρέαςβαριοπούλα
- ΒαρασίαΤεμπελιά
- Βαρεσμέντσα / Εμποδισμέντζα / ΔίψυχοςΈγκυος
- Βαρυσ̑εμονιτσ̑ίαΒαρυχειμωνιά
- βεξίοβήχας
- ΒερεσένΒερεσέ
- Βερεσέν κρασίν πι, πιν δυο φοράς μεθύLit. drink wine on credit and you get drunk twice.
- βιντόφκαςτουφέκια
- βλουξώφτύνω
- βλούξασάλια
- βοσ̑κεθειόβοσκοτόπι
- βοτρύδιτσαμπί σταφυλιού
- ΒουκόλοΒοσκός
- βουκώνωτρώω πρωινό
- Βουκώνω / ΒουκούμαιΤαΐζω / τρώω πρωινό
- ΒουρκιάντΒουκέντρα
- Βούδ / ΒούδινΒόδι
- βούδινβόδι
- ΒούκαΜπουκιά
- βούκωμανπρωινό γεύμα
- βραδήβράδυ
- βραζ̌άισοδειά
- βρατσ̑ίγυναικείο εσώρουχο
- Βρατσ̑ί / ΒρακίνΒρακί
- Βραχ̌ιάλ'Βραχιόλι
- Βρεχ̌ήνΒροχή
- βροθάκαβάτραχος
- Βροθάκα / ΦουρνόςΒάτραχος
- βυζαλίστραπαραμάνα
Γ
- γάλα̈-γάλα̈σιγά, απαλά
- γάλανγιαούρτι
- Γάλαν / Γλυτσ̑ύνΓιαούρτι / γάλα
- Γάλε γάλε / Στέρια στέριαΣιγά σιγά
- ΓαβούνΠεπόνι
- Γαιδούρ / ΓάιδουραςΓάιδαρος
- γαλατόθρεφτοςκαλοθρεμμένος / χαϊδεμένος
- ΓαμπρόΓαμπρός
- ΓαρήΣύζυγος
- Γαρίπ'ςΞένος
- γαρδέλιμικρό παιδί
- γαρδελάςμικρό παιδί
- γαρδελεύωτεκνοποιώ
- Γαρδηλώνω τ’ ομμάτα̤Γουρλώνω τα μάτια
- γαριπεύκουμαινοσταλγώ τον ξενιτεμένο
- ΓαρκόνΜοσχάρι
- γελέτσ̑ιγιλέκο
- ΓενεάνΓενεά
- γενιτενξανά / εκ νέου
- γεργάν’πουπουλένιο πάπλωμα
- ΓερελμασίνΠατάτα
- Γιαβάς γιαβάσιαΣιγά σιγά
- γιαβαστόναργός χορός
- ΓιαβρόποΠαιδάκι
- γιαγκούνφωτιά
- ΓιαζίαΎπαιθρος
- ΓιαρΑγαπημένος
- γιαραλμασίπατάτα
- ΓιατρικόνΦάρμακο
- γιαχότή
- γιεργάνπάπλωμα
- Γιεργάν / Γεργάν'Πάπλωμα
- γιοκόχι / δεν υπάρχει
- ΓιοσμάςΛεβέντης
- ΓιοχΌχι
- γλέπιζυγαριά
- ΓλίοΣκίουρος
- γλυτσ̑ύνγάλα
- ΓναθίνΠηγούνι
- Γνεφίζω / ΕγνέφσαΞυπνώ
- ΓολτούκΜασχάλη
- γομάρφορτίο ζώων
- γονέγιοπρόγονος
- Γονοσεύω / Κονουσ̑εύκουμαιΜιλάω
- γουΐνλάκκος / όρυγμα
- γουβάνικυψέλη μελισσών
- Γουβάνι / Γουρνίν / ΚορμερόΚυψέλη
- ΓουζεμέντζαΘυμωμένη
- ΓουρζουλάςΠανούκλα
- γουρνίνκυψέλη
- ΓουρουχτζήςΑγροφύλακας
- ΓουρπάνΘυσία
- ΓουρταρεύωΣώζω
- ΓούλαΛαιμός
- ΓράφτωΓράφω
- ΓρέαΓριά
- γρέντσικουρέλι
- γραζτζανπολίτες
- γραζτζανκαπολίτισσα
- γρεπούτσαγριούλα
- γριβίλιμούρη
- γριντζίλιούλο
- ΓριντζίλιαΟύλα
- ΓυναικάδελφοΚουνιάδος
- ΓυναικίζωΠαντρεύεται (ο άντρας)
- Γυργήρης / Ταραήλτς / ΊροΟυράνιο τόξο
Δ
- ΔάκωΔαγκώνω
- δέ͜οσμιδυόσμος
- ΔέβαΠήγαινε
- Δέβα χαθ'Χάσου
- δέρροκαταφύγιο από τη βροχή
- Δέσκαλος / ΔάσκαλοΔάσκαλος
- ΔίγωΔίνω
- δαβρίνμπαστούνι
- Δανεικό κι αγύριστο.δανεικό και αγύριστο
- δαχτυλέρηςμακρυδάχτυλος
- ΔεΓια
- δε τ’ εμένΓια μένα
- ΔελιαστήραΙστός αράχνης
- ΔεμέσιαΠίτα με φύλλα
- Δεν / ΤιδένΤίποτα
- ΔεξάμενοςΝονός
- ΔεύτεροΔύο φορές
- ΔιάφοροΤόκος
- ΔιαβαίνωΠερνώ
- ΔιατρόνΓιατρός
- διγουλίζωξανακαταπίνω
- ΔιπάτΔιπάτ
- διπλέριδιπλωμένο αντικείμενο
- δοράκιροδάκινο
- ΔοςΔώσε
- ΔουλίαΔουλειά
- δουρβάνβουτυροκάδη
- Δουρβάν / ΞυλάγκΒουτυρολέκανο
- ΔρανίΣοφίτα
- δρομίτεςδιαβάτες
- ΔρύδιΒελανιδιά
- δυμάριερείπιο
Ε
- έβγαέξοδος, τελείωμα
- ΈγκαΈφερα
- Έι κιτίΕπιφώνημα νοσταλγίας
- Έκ'σα / ΈξαΆκουσα
- Έμορφος / Έμορφεσσα / ΈμορφονΌμορφος, η, ο
- Έμπρια / ΟμπρόΜπροστά
- Έναν ξαΛίγο
- έξαμομέτρο μήκους
- ΈξαστραΠούλια
- ΈπαρΠάρε
- Έρ'ται / ΈρθανεΈρχεται / ήρθαν
- Έρουξες α’σο άλογο σ’.Έπεσες από το καλάμι σου
- ΈτονΉταν
- Έχ’ άτον ’ς σο χέρ’Τον έχω στο χέρι
- Εέντς καταμάγιαΈγινε κατάμαυρος από τη βρόμα
- ΕίμεςΕίμαστε
- Εβγαίν / ΕξέβαΒγαίνει / βγήκα
- Εβόρα / ΠυώραΣκιά
- ΕγάπΑγάπη
- εγκλεσίαεκκλησία
- Εγκλησία / ΚιλισέΕκκλησία
- εγούζεψαθύμωσα
- Εγρικώ / ΕγροίξαΚαταλαβαίνω
- ΕδώκαΈδωσα
- ΕθαρρώΝομίζω
- Ειπείνε / ΕιπίνΝα πω
- Εκλειδώθαν τα γναφία τ’Έμεινε άφωνος από τον φόβο
- εκοσαρίασακρύωσα
- Εκυλίεν το πιθάρ και εύρεν το πώμανLit. the jar rolled and found its lid (compare common Greek κύλησε ο τέντζερης).
- εκόνεψακάθισα / εγκαταστάθηκα
- ΕλάτοΈλατο
- ΕλέαΕλιά
- ΕλέπωΒλέπω
- Ελίβωσεν το κατσίν ατ’Συννέφιασε το πρόσωπό του
- ΕλεΐζωΛυπάμαι
- Εμ τ ωβού τ απές, εμ τ ελέας τ εξ!!Τα θέλει όλα δικά του
- ΕμένΕμένα
- ΕμέτσαΜέθυσα
- Εμπαίν / ΕσέβαΜπαίνει / μπήκα
- εμποδισμέντζαέγκυος
- Εν / ΕινΕίναι
- ενέσπαλαξέχασα
- ΕντάμανΜαζί
- ΕντροπάρηςΝτροπαλός
- εντόκαχτύπησα
- εξαμώνωτεντώνω τα χέρια, μετρώ
- Εξεράθες απαν σο ποδάρΈγινες πετσί και κόκαλο
- επαριστούρεψενσυμφιλίωσε
- Επιδέβα / ΑπιδιαβαίνωΈφυγα
- ΕποίκαΈκανα
- Επορπάτ'να / ΠαρπατώΠερπατούσα / περπατώ
- Εροθύμεσα / ΑροθύμεσαΝοστάλγησα
- ΕρωτώΡωτάω
- εσέβαμπήκα
- ΕσέγκαΈβαλα
- Εσέν κορτσόπον λέγ' ατό και εσύ νυφόπον άκσονLit. I say it to you, little girl, and you, little bride, listen.
- ετέρεσαάλλη
- ετιγνάεψακατάλαβα
- Ευρίσκω / ΕύραΒρίσκω / βρήκα
- Ευτάγω / ΕφτάωΚάνω
- εφτέγω όμον ντο θέλωΚάνω ό,τι θέλω
- εφτωχόςφτωχός
- ΕφώτσαΒάφτισα
- ΕχουγεύωΔιαβάζω
- ΕχτιάρηςΓέρος
- εχτρεύωηρεμώ
Ζ
- ζαζώα
- ΖαέρΜάλλον
- ΖαβότΕργοστάσιο
- ζαντζ̑ίπράσινη πατίνα χαλκού
- Ζαντός / ΖαντέσαΤρελός, ή
- ΖατίΕξάλλου
- ΖεγκίντςΠλούσιος
- Ζεγκινλούκ'Πλούτος
- ΖεμίαΖημιά
- Ζεντζίρ'Αλυσίδα
- ΖερταλίδΒερίκοκο
- Ζιάρ / ΓιαμΜήπως, μπορεί
- ΖονάρΖώνη
- ζουζάτσ̑ινβρακοζώνα
- ΖουμάρΖυμάρι
- ΖουπούναΓυναικεία φορεσιά
- ΖουρνάΖουρνάς
- ΖυγόνΖυγός
- ζυμοτρόνγαβάθα για ζύμωμα
- Ζυμοτρόν / Πινάτσ̑ιΣκάφη ζυμώματος
- ΖόντικονΟμπρέλα
- ζ’μοπίνακοσκάφη ζυμώματος
Η
- ΉλενΉλιος
- ΉμσονΜισό
- Η κοιλία μ’ εγέντον λαμνίν.Πεινάω πολύ
- Η μερμήκα άντα να χάται, φερ φτερά.όταν το μυρμήγκι είναι να χαθεί, βγάζει φτερά
- Η φτείρα εχόρτασεν και εξέβεν σην γιάκαLit. the louse ate its fill and climbed onto the collar.
Θ
- θάμανθαύμα
- θάρρεμανελπίδα
- Θάρρεμαν / ΟμούτΕλπίδα
- Θάτσ̑ιΒυζί
- ΘέκωΒάζω
- ΘέρνοΙούλιος
- ΘαλασσάκριαΑκρογιάλια
- ΘαμάσκουμαιΘαυμάζω
- θαμνέριθαμνώδης
- ΘαμνίΦουντουκιά
- ΘανήΚηδεία
- Θαρατσ̑είοΠροθάλαμος
- ΘείονΘείος
- ΘεγατέραΚόρη
- ΘερίζωΘερίζω
- θρουμούλψίχουλο
- ΘυμούμαιΘυμάμαι
- ΘύμπιραΘυμάρι
- ΘώπεκαςΤσακάλι
Ι
- ίλατςαλοιφή / φάρμακο
- ΊναςΈνας
- ίροουράνιο τόξο
- ΙθάκΜαστός αγελάδας
- ινάτπείσμα
- Ινάτ / ΙνιάτΠείσμα
- ΙνανεύωΠιστεύω
- ινζ̌ινερμηχανικός
- ΙντέρΈντερο
- ΙντζίρΣύκο
- Ισ̑λεεύωΕργάζομαι
- Ιτέα / ΣεούτΙτιά
- ΙφτέρινΦτυάρι
Κ
- κάβλ’συμφωνία
- ΚάθανΚάθε
- ΚάθκαΚάθισε
- ΚάθουμαιΚάθομαι
- ΚάληΑγαπημένη
- ΚάρτζιαΝύχια
- Κάτα / ΓαλήΓάτα
- Κέλεου / ΝιφίτσαΑρουραίος
- ΚαγκάναΚουνούπι
- καθαράσιταρένιο αλεύρι
- καλέσαωραία
- ΚαλαντάρτςΙανουάριος
- Καλατσ̌ήνΚουβέντα
- ΚαλατσεύωΜιλάω
- ΚαλαϊτζήςΓανωτής
- Καλημέρα γιάννε εγδίν πελεκώ ντο εφτάς γιάννε? εφτα κοτε παιρΆλλα λέω, άλλα μου απαντάει
- Καλημέρας επέρασεν απο παν’ ατ.Δεν είναι πια καλός άνθρωπος
- καλιβώνωπεταλώνω
- καλλίονκαλύτερα
- ΚαλομάναΓιαγιά
- ΚαλόεροΚαλόγερος
- ΚαλόμηνοΜάιος
- καμίσπουκάμισο
- Καμίσ / ΚαμίσιΠουκάμισο
- καμίσιπουκάμισο
- καματερόεργάσιμη ημέρα
- καμμάναγιαγιά
- Καμμάνα / ΜαμμήΓιαγιά
- καμουκέρασαφράουλες
- ΚανείταιΦτάνει
- καπάνινβραχώδης λόφος
- καράβ’καράβι
- Καρακότζ̑ιλοΚαλικάντζαρος
- ΚαρβώνΚάρβουνο
- ΚαρδόπονΚαρδιά
- ΚαρτάλΓεράκι
- Καρτάσ̌Αδελφός
- καρτόφαπατάτα
- Καρτόφα / ΚαρτόφιαΠατάτα
- καρτόφιαπατάτες
- κατοθύρκατώφλι
- ΚατολέγιοΓάτος
- Κατουρί νερόνΒρόμικο νερό
- κατσίαπρόσωπο
- Κατσία / ΚατσίνΠρόσωπο
- ΚατσίμπαλιΟμίχλη
- ΚατώιΚελάρι
- ΚαυκίνΠοτήρι, κύπελλο
- καυτσ̑ίνκύπελλο
- καφούλθάμνος
- ΚαϊτένΣκοπός
- ΚείμαιΞαπλώνω
- κεβεζέαςπολυλογάς
- Κεβεζέας / ΚιαβιαζούΠολυλογάς
- ΚεμεντζέΠοντιακή λύρα
- ΚεντίΟ ίδιος
- κεπίνκήπος
- κερασινόςΙούνιος
- Κερασινός / Τσ̑ερασινόΙούνιος
- ΚερεκήΚυριακή
- ΚερεντήΚόσα
- ΚερκέλΚουλούρι
- ΚιΔεν
- κιαβιαζούπολυλογού
- ΚιαφκίρΣουρωτήρι
- κιντέαςτσουκνίδα
- Κιντέας / ΚνιδέαΤσουκνίδες
- ΚιντίνΑπόγευμα
- ΚιουμέσινΚοτέτσι
- κιφάλκεφάλι
- Κιφάλ / Τσ̑εφάλιΚεφάλι
- ΚλιβάνινΦούρνος
- κλώσκομαιγυρίζω / επιστρέφω
- ΚλώσκουμαιΓυρίζω
- ΚοκκίαΣιτάρι
- κοκκίνσιτάρι
- ΚοκκύμελονΔαμάσκηνο
- κομπωτήςαπατεώνας
- ΚορκόταΧοντρό πλιγούρι
- κορμερόκυψέλη μελισσών
- κορτσ̑ίδιναίγαγρος
- ΚορτσόπονΚοριτσάκι
- ΚοσσάραΚότα
- ΚοτόςΚαλαμπόκι
- Κουΐζω / ΤσαΐζωΦωνάζω
- κουίζωφωνάζω
- ΚουκαράςΠασχαλινό παιχνίδι
- ΚουκουβάκαΜανιτάρι
- κουνηχτόνκουνηχτός χορός
- ΚουντουρατζήςΤσαγκάρης
- ΚουρεύωΚουρεύω
- ΚουρτώΚαταπίνω
- Κουτσή / Πουτσή / ΝέτσηΚορίτσι
- κουτσίκορίτσι
- ΚοχλίδινΣαλιγκάρι
- ΚοχλακίζωΒράζω
- ΚοχράκαΚοράκι
- κράιτόπος / γη
- Κρατώ χ̆έρ’Βοηθώ, στηρίζω
- ΚρομίδΚρεμμύδι
- ΚρούωΧτυπώ
- Κρούω ομμάτ’Κλείνω το μάτι
- Κρούω χέρ’Βοηθώ
- Κρυφώς, ποππάς ’κι λειτουργά!Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον
- Κόσσ'φαςΚότσυφας
- Κότσα / ΚότσιΦτέρνα
- ΚότσαριΚότσαρι
- κότσ’φτέρνα
- κότ’μέτρο χωρητικότητας σιτηρών / μόδι
- ΚόψονΚόψε
- κύρπατέρας
- Κύρ / ΚύρηςΠατέρας
- Κύριε, Χριστέ μ’ σ’όνεμα σ’.Κύριε Χριστέ μου, στο όνομά σου
Λ
- Λάγασα είσαι;Πώς είσαι;
- Λάγος είσαι;Πώς είσαι;
- ΛάσκουμαιΤριγυρνώ
- λίβασύννεφο
- Λίβα / ΛίβιαΣύννεφα
- λίβιασύννεφα
- λα̈́ντσιοστό της κνήμης
- λαΐστερακούνια
- ΛαβάσιαΛαβάσια
- ΛαγήνΚανάτα
- ΛαγγεύωΠηδώ
- Λαζίμ ενΧρειάζεται
- ΛαζικάΠοντιακά
- Λαζούδ'Καλαμπόκι
- ΛακϋρτεύωΜιλάω
- λαλάτςπέτρα
- ΛαλίαΦωνή
- ΛαλώΦωνάζω
- λαρούμαιγιατρεύομαι
- ΛαρώνωΘεραπεύω
- λατσ̑ίζωαυλακώνω
- λαφράγκαλαφράγκα
- λαχτοκοπώκλωτσώ
- ΛειβαδοτόπαΛιβάδια
- λελεύωλατρεύω / αγαπώ
- ΛετσέκΜαντίλα
- λετσίχορός που καθιερώθηκε στην Ελλάδα
- λετσίναλετσίνα
- ΛεφτοκάρΦουντούκι
- λεφτοκάριφουντούκι
- λιβώνωσυννεφιάζει, στενοχωριέμαι
- λιγέρινφράχτης από κλαδιά
- Λιθάρ / ΛαλάτςΠέτρα
- ΛιμικίνΙλαρά
- ΛινέαΣκοινί για ρούχα
- λιτάρσχοινί / λουρί
- ΛιτροπίΠανηγύρι του Αη Γιαννιού
- λουπάποτίστρα
- Λυκ'μένινΛυχνάρι
- λυκοκα(λο)μάναπρογιαγιά
- λυκομάναπρογιαγιά
- Λυκομάνα / ΛυκοκαλομάναΠρογιαγιά
- λυκοπάπποπροπάππος
- ΛυκοπάππονΠροπαππούς
- ΛυκοχαντζούΛυκοχαντζού
- ΛυρίταΚρίνος
- Λυστρίν / ΧαχιάτιαΕργαλείο
- ΛύκονΛύκος
- ΛώματαΡούχα
Μ
- ΜάλαμανΧρυσός
- ΜάναΜητέρα
- μάρανταλουλούδια
- Μάραντα / ΤσιτσέκΛουλούδια
- ΜάρσαΚαημένη
- ΜάτεμΠριν
- μάτσ̑ινλαβή αρότρου
- Μέλ / ΜέλιΜέλι
- ΜένεμανΜήνυμα
- μήλοεπιγονατίδα ή αγκώνας
- ΜίαΜια φορά
- ΜαερεύωΜαγειρεύω
- ΜαλλίαΜαλλιά
- μαμήδεςμαίες
- μαμμήγιαγιά
- μαμμίκαγιαγιάκα
- μαναχ̌ίανμοναξιά
- Μαναχ̌ίαν / ΜαναχότεΜοναξιά
- μαναχότεμοναξιά
- ΜανουσάκΒιολέτα
- μαντάραμανιτάρι / είδος μύκητα
- μαντζίραγιαούρτι
- μαστερσκάγιαεργαστήριο
- μαστινίστοςμηχανουργός
- ματαπλα̈́σιοςμεταδοτικός
- ΜατοζύνιχονΦυλαχτό για το μάτι
- ΜαυρομάτικονΦασόλι
- ΜαχαίριαΜαχαίρια
- ΜαχαλάνΓειτονιά
- Με τα νύχια σ' θα τσαφίεσαιLit. you will scratch yourself with your own nails.
- μεκτέπινσχολείο
- Μεκτέπιν / Ρουσ̌τιένΣχολείο
- ΜεκτούπινΓράμμα
- ΜελεσσίδιΜέλισσα
- μελεσσιδογούρνινκυψέλη μελισσών
- μερμήκαμυρμήγκι
- Μερών / Ημερών'Ξημερώνει
- μερὠνξημερώνει
- ΜεσάνυχταΜεσάνυχτα
- Μετ' εμέν έσκαψες γουίν, τσ̑' ερόϊσες ετσ̑εί εσύLit. you dug a pit for me and you fell into it yourself.
- ΜετρούγαΜητριά
- Μετρώ τα δόντα̤ τ’Τον ψυχολογώ
- ΜηνοστασίαΠρωτομηνιά
- μισ̑ίζωμοιράζω
- ΜοζίνΔαμάλα
- Μοθοπώρ'Φθινόπωρο
- μοιρεαστήςαυτός που μοιράζει
- μονάζωφιλοξενώ
- ΜοπλάτηΩμοπλάτη
- μουζενίτικονχορός Μουζενίτικον
- ΜουτούλΚαρφί βουκέντρας
- Μουχαπέτ'Γλέντι με τραγούδι
- ΜουχτερόνΓουρούνι
- μούσταγροθιά
- μπογιάρευγενής
- ΜυτίνΜύτη
- ΜωμοέρΜωμόγεροι
- ΜύαΜύγα
Ν
- ΝάλιαΤσόκαρα
- ΝέγκασμανΚούραση
- ΝέπεΒρε συ
- ΝίφκουμαιΠλένομαι
- Να μη σώνεις!Curse formula (literal sense not given in source)
- Να τσ̑ούτε η έδρα σ'!Να σβηστεί η εστία σου
- ΝαηλήΑλίμονο
- Ναηλή εμένΑλίμονό μου
- ΝαμούσιΣυνείδηση
- ΝαραϊδήΝεράιδα
- ΝαϊνάΚαθρέφτης
- νεγκάσκουμαικοπιάζω
- Νεγκάσκουμαι / ΕνεγκάσταΚουράζομαι
- ΝεραξίαΣίχαμα
- νεροκόπαλοηχητικό σκιάχτρο με νερό
- ΝιάτΠρόθεση
- Νισαλούς / ΝισιαλίΑρραβωνιαστικός, ιά
- νιότοςνότιος άνεμος
- ΝοΐζωΑντιλαμβάνομαι
- ΝομάτΆνθρωποι
- νοματούςπρόσωπα / άτομα
- νοσάκανεαρή κότα που δεν γέννησε
- ΝοσσάκαΠουλάδα
- ΝουνίζωΣκέφτομαι
- νουπχάνιποτίστρα
- Ντ' έφτας / Ντο εφτάςΤι κάνεις
- ΝταούλιΝταούλι
- ΝτοΤι
- Ντο χαλ ερθεν σο κιφαλς;τι σου συνέβη;
- ΝυφέπαρμανΠαίρνουν τη νύφη
- ΝύφεΝύφη
Ξ
- ΞάιΚαθόλου
- ΞανΞανά
- ξενητέαςξενιτεμένος
- Ξενιτάρης / ΞενιτάραΞενιτεμένος, η
- ΞενιτέαςΞενιτεμένος
- ξενιτείαξενιτιά
- ξιλάγκξύλινος αναδευτήρας
- ξύγαλανγιαούρτι
- Ξύγαλαν / ΜαντζίραΓιαούρτι
Ο
- Ο αχουλούς ους να ενούνιζεν, ο ζαντός επέρασεν το ποτάμLit. while the clever one was still thinking, the crazy one crossed the river.
- Ο γάιδαρον σο ρασίν ψοφά και η ζεμία σ' οσπίτ κείτεLit. the donkey dies on the mountain and the loss lies in the house.
- Ο λύκο το μαλλίν ατ’ αλλάζ, τη χούην ατ’ ουκ’ αλλάζ.ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του...
- Ο λύκον το πόστ’ν’ατ’ αλλάζ’ και το χούϊ’ν’ατ’ κι αλλάζΟ λύκος αλλάζει τρίχωμα, όχι χούι
- Ο οκνέας άθρωπο φορτούται βαρύ γομάρ.ο τεμπέλης σηκώνει βαρύ φορτίο
- Ο πεντικόν σο τρυπίν ατ κ'εχόρνεν, το τσικούτον πα κουβάλνεν απ οπίςLit. the mouse did not fit in its hole and was dragging a τσικούτον behind it as well (τσικούτον not glossed in source).
- Ο Ρεμπής να ψοφίζει σεΟ Θεός να σε ψοφήσει
- Ο σ̑κέπιδας τσουπίζ' και χάταιLit. the wild bee stings and dies.
- Ο σκύλον ντο μαθάν εύκολα κι απομαθάνLit. what a dog learns it does not easily unlearn.
- ο(ν)τάδωμάτιο
- Οβάζω / ΩβάζωΓεννώ αυγά
- ΟγώΕγώ
- οδα̈́γιατί
- οζοποίσηςπειραχτήρι
- Οι πολλοί μαμήδες το μωρό φουρκίζουνε.όπου λαλούν πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει
- Οκνέας / ΟκνεαρίαΤεμπέλης, α
- ΟλίγονΛίγο
- ολίονόλο
- ΟμάλΟμαλός
- Ομάττια / ΟμμάτινΜάτια
- ΟματιάζωΜατιάζω
- ομματοκόπιδονβλέφαρο
- ΟμματοτσάτσινΒλεφαρίδα
- ομούτελπίδα
- Ονύσ̑ι / ΤσάφιΝύχι
- ΟξουκάΈξω
- ΟπέρτςΠέρσι
- ΟπίςΠίσω
- οπουρνάαύριο
- Οπουρνά / ΠουρνάΑύριο
- ορθία λες;Αλήθεια λες;
- ΟρμίνΡυάκι
- Ορτάρ / Χολχόλε / ΑχλάδιΧόρτο
- ΟρτάρεΜάλλινες κάλτσες
- ΟσήμερονΣήμερα
- Οσπίτι / ΟσπίτιαΣπίτι
- οσπίτ’σπίτι / κατοικία
- ουδεν
- Ου / Ουτσ̑ίΔεν
- ου πορείς ν’ εχουγεύειςΔεν μπορείς να διαβάσεις
- ουκδεν
- ΟυρανόνΟυρανός
- Ους / ΟύσναΩς, μέχρι
- ΟυστάπασηςΑρχιμάστορας
- ουτσ̑’ ακούωΔεν ακούω
- Οφίδ / ΑγγόναΦίδι
- οφλάντιντουλάπι κουζίνας
- Οφλάντι / ΟφλάνινΝτουλάπι
- ΟφρύδιΦρύδι
- ΟψέΧθες
- ούτσ̑ε να πάγωΔεν θα πάω
- όδενγιατί
- Όθεν / Μερ'Πού
- Όλινους όπ' ερωτούνεRegards to all who ask after me
- ΌλωνΑπ' όλους
- όλων καλόνΚαλύτερο από όλα
- όμον σπαγμένον βούδιν ερόιξενΈπεσε σαν σφαγμένο βόδι
- Όνταν θα νεγκάζω το στόμα μ’, νεγκάζω τα χέρια μ’Καλύτερα να το κάνω μόνος μου
- Όντες / Άντα / ΌντανΌταν
- Όποι βραάσκεται πολλά, πλέο δουλεύ’.όποιος αναβάλλει πολλά δουλεύει περισσότερο
- όπονάκι
- όροςδάσος
- Όρος / ΟρμάνΔάσος
- όχτοκρημνός
Π
- ΠάππαςΠατέρας
- πέζανοςαλογόμυγα
- πέχκοςσόμπα
- ΠίνωΠίνω
- ΠίταΜπομπότα
- ΠαΠάλι, επίσης
- Παίρω / ΕπέραΠαίρνω
- ΠακλεύωΚαθαρίζω
- παλάτκασκηνή
- ΠαλαλούμαιΤρελαίνομαι
- παλαλόςτρελός
- Παλαλός / ΠαλαλέσαΤρελός, ή
- Παπόρ'Βαπόρι
- παράχρήματα
- ΠαράδαςΛεφτά
- Παραδελφό / ΠαραδελφήΕτεροθαλής αδελφός
- παραχότ’ατμόπλοιο
- παρτζαλαεύωχωρίζω σε μέρη
- ΠαρχάρΘερινό βοσκοτόπι
- ΠαρχαρομάναΗ γυναίκα του παρχαριού
- παρωνύμιπαρατσούκλι
- ΠατήτσιαΦασολάκια
- ΠατρούγαςΠατριός
- πατσήαδελφή ή κόρη
- Πατσή / ΠατσίΑδελφή
- Παχτσίτσα / ΦαρφάραΠεταλούδα
- πεγάδινπηγάδι
- ΠεκιάρτςΕργένης
- πελάδινλάσπη, πηλός
- ΠελιαεύωΟργώνω
- πελτεκίζτραυλίζει
- πενζετουρεύωμου αρέσει
- ΠεντικόΠοντικός
- ΠεσκίρΠετσέτα
- Πευτσ̑ίΠεύκο
- ΠεχλιβάνΠαλαιστής
- πιατιλέτκαπενταετές σχέδιο
- Πιείνι / ΠιείνεΝα πιω
- Πιλπίλ'Αηδόνι
- ΠινεύωΙππεύω
- πιρπιλομάτηςμαυρομάτης
- πιτεύωτελειώνω
- ΠλημύνΖωοτροφή
- Ποίος ’κ εςς αχούλ, εςς ποδάρια.Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια
- ΠοίσονΚάνε
- ΠοδάρΠόδι
- Ποδεδίζω 'σεΝα σε χαρώ
- ΠοντιακάΠοντιακά
- Ποντιακόν λαλίανΠοντιακή διάλεκτος
- ΠοπάςΠαπάς
- ΠοτάμΠοτάμι
- πουίχιαμουστάκια
- Πουλούλ' / ΠιθάρΠιθάρι
- Πουλόπο μ'Παιδί μου
- πουρνάαύριο
- πουρνάριπρωινό
- πουρναρέσιπρωινό γεύμα
- πουρνόπρωί
- ΠουσμανεύωΜετανιώνω
- πούρηςβρικόλακας
- Πούρης / ΧορτλάχτςΒρυκόλακας
- ΠούρτσουκληΚαρότο
- πράζνικονγιορτή / πανηγύρι
- πρόσωπονκαλή πλευρά υφάσματος
- πυροστίπυροστιά
- Πως ακούς;Πώς σε λένε;
- ΠώμανΚαπάκι
Ρ
- Ράχνα / ΤσάντσαροςΑράχνη
- Ρίζα μ'Ρίζα μου
- ΡακάνΓήλοφος
- ΡακίνΡακί
- ΡακόποτοςΜεθυσμένος
- Ραχίν / Ρασ̑ίΒουνό
- ΡεβόλΠερίστροφο
- ΡεμπήςΘεός
- ρομμάναγυναίκα υπεύθυνη των ζώων στο παρχάρι
- ΡουμάικαΡωμαίικα
- Ρούζω / ΡωΐζωΠέφτω
- ΡωθώνιΡουθούνι
- ΡωμέισαΡωμιά
- ΡωμαίικαΠοντιακά
- ΡωμαίοιΠόντιοι
Σ
- Σ'κούμαιΣηκώνομαι
- Σ̌ίλε / ΧείλεΧείλη
- Σ̑άφιΚουτάλα
- Σ̑αλβάρ'Βράκα
- Σ̑κεπίδαςΆγρια μέλισσα
- σ̑κυλοπόταμομικρό ποτάμι
- σ̑κυλοπόταμονβίδρα ή κάστορας
- Σ̑ονίζ'Χιονίζει
- σ̑ορσ̑όρικαταρράχτης
- σάνκαέλκηθρο
- Σέρα / ΣέρραΣέρρα
- ΣέφτελαΠαντζάρια
- ΣαγανάκιΝεροποντή
- ΣαεύωΥπολογίζω
- Σαμαβάρ'Σαμοβάρι
- ΣαντούγΣεντούκι
- σαρί κουζσαρί κουζ
- Σαφλας / ΦτίζμαΣάλιο
- ΣαχτάρΣτάχτη
- σαχτάριστάχτη
- ΣεβντάνΑγάπη
- σεβνταλήςερωτευμένος
- Σεβνταλής / ΣεβνταλούΕρωτευμένος, η
- σεβνταλούερωτευμένη
- σεβταλανεύκουμεερωτεύομαι
- ΣεκέρΖάχαρη
- σελέκξύλινο σακίδιο πλάτης
- σελσοβέττοπικό συμβούλιο χωριού
- σερανίτσασερανίτσα
- σεύτελονανόητος
- Σεύτελος / ΣεύτελονΧαζός
- Σην γούλα σ’ ‘κ̆ι’ ερούξενΔεν σου πέφτει λόγος
- Σιάπκα / ΣάπκανΚαπέλο
- σιλεφτέρξεσκονόπανο
- ΣισιάνΜπουκάλι
- ΣκαμνίνΣκαμνί
- ΣκατόνΣκάρτος
- σκλόπαψώρα
- ΣκοτίανΣκοτάδι
- Σκουλαρίκ’ ποίσον-α σ’ ωτία σ’Να θυμάσαι αυτό που σου λέω
- σκουτέλιγυάλινο πιάτο
- Σκωλέκ' / ΤσιτσίλιΣκουλήκι
- σκωλέκ’σκουλήκι
- ΣκύλονΣκύλος
- σλέσαροςκλειδαράς
- σονχιόνι
- Σον / Σ̑όνινΧιόνι
- Σον / Σην / ΣοΣτον, στην, στο
- σουβαρεύωποτίζω τις καλλιέργειες
- ΣουμάδεμανΑρραβώνας
- ΣουμπούλαΛυγερή
- σουντούκ’σεντούκι
- σουρουχνίζωροχαλίζω, μεταφορικά φτωχαίνω
- ΣουφράΤραπεζομάντιλο
- σουχρα̈́σμασούρουπο
- ΣούκΣήκω
- ΣπάζωΣφάζω
- Σπίγγω / ΣπιχτόςΣφίγγω / σφιχτός
- σπίτκασπίρτο
- ΣπαλίζωΚλείνω
- ΣπαρέλΣουτιέν
- σπαχτοπούλινκατσικάκι
- ΣπαχτόνΚατσίκα
- σπειρίνεμοσπορά
- σπεντεγούλεσφεντόνα
- σπιγγόςφειδωλός
- σπουγγάρισκούπα
- στάνοκπάγκος εργασίας
- στίκιαξιφολόγχες
- σταθήναινα μείνω / να σταθώ
- Στακάν'Ποτήρι
- σταλίεξοχική καλύβα
- Σταλί / ΚόμιΚαλύβα
- σταλαγμίτρασταγόνα
- ΣταυρίτεςΣεπτέμβριος
- ΣταφύλεΣταφύλια
- ΣτερόνΣτείρα αγελάδα
- στερώνωείμαι καλά
- ΣτούδΚόκκαλο
- ΣτούπιτσαΧόρτο
- ΣτόλΤραπέζι
- ΣτόμανΣτόμα
- ΣτύπαΤουρσί
- συζέλισσασυνσύζυγος σε πολυγαμία
- συντυσ̑αίνωσυνομιλώ
- συρτάρινδίχτυ ψαρέματος
- ΣυρόνΣυρόν
- Σως / ΣοςΣιωπή
- ΣύντεκνοΚουμπάρος
- σύρκουμαιμπουσουλώ
- Σ’ αποκαμάρωμαν έρθενΉρθε κατόπιν εορτής
Τ
- Τ' εμέτερον / ΤεμέτερονΔικό μας
- Τ' εμόν / Τ' εσόνΔικό μου / σου
- ΤέρενΚοίτα
- Τέρτ' / ΤερτίαΚαημός
- τέρτ’στενοχώρια
- τίλäπώς
- ΤίποΤίποτα
- τίπο έεις;Έχεις τίποτα;
- τίπ’ ούτσ̑’ έχωΤίποτε δεν έχω
- Τα ποδάρεα τς σο σκατόν, το μυτίν ατς σον ουρανόνLit. her feet in the dung, her nose in the sky.
- Τα χ̆έρα̤ τ’ μακρέα είναιΈχει μακρύ χέρι· κλέβει
- ΤαήςΘείος
- ΤαβάραΒραχνάς
- ΤαγιανίζωΑντέχω
- ΤαγιαρέΑεροπλάνο
- ΤαγϋτεύωΣκορπίζω
- ΤαπιάτΧαρακτήρας
- ταπουρίουμαιοδύρομαι και χτυπιέμαι από θλίψη
- ΤαρέζΡάφι
- ταραήλτςουράνιο τόξο
- ΤαραπουτζίζΧοροπηδάει
- ταραχτέρηςανακατευτής
- ΤαφίΤάφος
- ΤελείταιΤελειώνει
- ΤεμέκΔηλαδή
- τεμέτερονδικό μας
- τερεζίζυγαριά
- ΤερώΚοιτάζω
- ΤεστόπονΣτάμνα
- ΤετέςΠαππούς
- Τετράδ’Τετάρτη
- Τζ̑αμίαΤζαμί
- ΤζίνκιΕπειδή
- τζιπ καλαεντελώς καλά
- ΤηΤου, της
- Τη χώρα π’ ακούει, τη χώρας γίνεταιΌποιος ακούει τους ξένους, αποξενώνεται
- Τη χώρας τα λόγια̤Ανεύθυνες φήμες
- ΤικΤικ
- Τικ λαγευτόνΤικ πηδηχτό
- τικ τρομαχτόντικ τρομαχτόν
- ΤικιανόπονΜαγαζάκι
- Το δεξέν το χέρι μ’ έν’Είναι το δεξί μου χέρι
- Το κατσί μ’ άσπρον έν’Είμαι αθώος και τίμιος
- Το μανίκ’ν ατ’ κοντόν έν’Είναι φτωχός
- Το μυτίν ατ’ ξυμιτόν έν’Έχει σηκωμένη τη μύτη
- Το σκύλον, ταη κούζ!!Είναι τεμπέλης
- Το τσιπούχ μικρόν ζουλίεταιΤο μικρό κλαδί λυγίζει· το παιδί διαμορφώνεται μικρό
- Το τσούλ εκρέμσεν σο νερόνΈριξε το πανί στο νερό
- Το χ̆έρ’ν ατ’ κάθεν καικά έν’Είναι άπορος
- τογρούαλήθεια
- ΤοπλαεύωΜαζεύω
- ΤοσπαγάνοςΧελώνα
- ΤουβάρεαΤοίχοι
- ΤουλούμΆσκαυλος
- Τουσ̌μάνοςΕχθρός
- Τουσ̑ουνεύωΣκέφτομαι
- τούλα κάθ’Κάθισε ήσυχα
- ΤρέξινιΝα τρέξω
- τρέπωνικώ
- τραβώδιτραγούδι
- τραγωδίατραγούδι
- Τραγωδία / ΤραβώδιΤραγούδι
- ΤραγωδώΤραγουδώ
- Τρουτρού / Γογγζ̑ύχτραΤρυγόνι
- Τρυγομηνάς / ΤρυγόμηνοΟκτώβριος
- τρυγόμηνοΝοέμβριος
- τρόσ̌κακάρο
- Τρώγω / ΦαΤρώω / φάε
- τσ̇ανάκιδοχείο φαγητού
- τσ̌αλισ̌εύωεργάζομαι
- τσ̑είμαι κάξαπλώνω
- Τσ̑οιμούμαι / ΕκοιμέθαΚοιμάμαι / κοιμήθηκα
- Τσ̑υλιχτέρινΦορτηγό
- ΤσάμιΜαλλιά
- Τσάνου μ'Αγάπη μου
- τσάπιπήλινο μαγειρικό σκεύος
- τσάσκαποτήρι για τσάι
- ΤσάχΤζάκι
- ΤσίπΠολύ
- ΤσαγγίαΠαπούτσια
- ΤσαζούΜάγισσα
- ΤσακλίαΠοπ κορν
- ΤσακούτςΣφυρί
- ΤσακώνωΣπάζω
- τσαμούριαλάσπες
- ΤσαρσάφΣεντόνι
- τσατεύωμεσυναντιόμαστε
- τσεπρέαςλεπρός
- τσιαμντιάκσώμα
- Τσιαμντιάκ / ΚόδιΣώμα
- Τσικάρι μ'Καρδούλα μου
- ΤσιμίσκοςΗλίανθος
- ΤσιριχτάΛουκουμάδες
- τσιτσέκλουλούδι
- ΤσιτσίαΜαστοί
- ΤσουμίδιΜυαλό
- ΤσουμούρΤηγανητό ψωμί
- Τσουπάδ'Καλαμπόκι
- τσουπάδινκαλαμπόκι
- ΤσουπίζωΤσιμπώ
- τσουπαδίτρακουκουνάρι
- ΤσουπώνωΚλείνω
- Τσούνα / ΜαστήΣκύλα
- Τσώνω / ΠοζεύωΣβήνω
- τόκαροςτορναδόρος
- Τ’ ωτία τ’ και τα χ̆ειτία τ’ παίζ’νεΕίναι πανέξυπνος
- τ’ όλων εμπρόν το σανάτι μ’Το πρώτο μου επάγγελμα
Υ
Φ
- ΦάβαταΚουκιά
- Φάζω / ΦαΐζωΤαΐζω
- φέγγοφεγγάρι
- ΦέγγονΦεγγάρι
- ΦέρονΦέρε
- ΦαΐΨωμί / φαγητό
- ΦαγίνιΝα φάω
- ΦαετόΦαγητό
- φαρφάραπεταλούδα ή νυχτοπεταλούδα
- φεγγίνφεγγίτης
- Φεγγίν / ΦρεγγίνΦεγγίτης
- ΦεγγολάμπιΦεγγαρόφωτο
- ΦλέρινΦλαμουριά
- Φοβούμαι / ΦοούμαιΦοβάμαι
- ΦορκάλΣκούπα
- φουρνίφούρνος
- Φουρνίν / ΦουρνίΦούρνος
- φουρνόδρόμος
- ΦουρουντζήςΦούρναρης
- ΦουτσίΚηρήθρα
- φούσκαμουριά
- ΦούστροςΟμελέτα
- ΦτείραΨείρα
- ΦτερίαΦτέρη
- φωτίσ̌ιαβαφτίσια
- Φωτίσια / Φωτίζ'νεΒαπτίσεις
- Φωταχτερέας / ΦωταχτερούΛαμπερός, ή
Χ
- ΧάμαιΧάνομαι
- ΧάταλονΠαιδί
- Χέριν / ΧερΧέρι
- Χέρ’ και χέρ’Τοις μετρητοίς
- Χαΐρ'Προκοπή, καλή τύχη
- ΧαζίρΩραία, καλά
- Χαιρέανιτσα / ΣεράνιτσαΧαιρέανιτσα
- ΧαιρετίαςΧαιρετισμούς
- ΧαλάΘεία
- ΧαλισεύωΓλιτώνω
- χαμελέτεχερόμυλος / επάνω μυλόπετρα
- Χαμούφτας / ΚαμουκέρασαΦράουλες
- ΧαπέρεαΕιδήσεις
- χαρΤώρα
- ΧαράνΓάμος
- χαραπώνωκαταστρέφω
- ΧαρτίκαΧαρτάκι, βιβλίο
- ΧαρτσένιαΕντόσθια
- ΧαρχανάριΛαιμός
- Χασ̌λούκ'Χαρτζιλίκι
- Χασ̌χάσιαΠαπαρούνες
- χασ̑εμένοςντροπαλός
- Χασ̑εύωΚαίω
- χαστάςάρρωστος
- Χασταλεύω / ΧαστάςΑρρωσταίνω / άρρωστος
- ΧατσαπούριΜπομπότα
- ΧαψίαΓαύρος
- ΧείλεΧίλια
- ΧειμωγκόντςΧειμώνας
- χεράντ’χήρα
- χερόπονχεράκι
- χοισίμισυγγενής
- Χολή / Χολιάσ̌κουμαιΘυμός / θυμώνω
- χολιδα̈́ζωοργίζομαι
- χολισαύρασαύρα
- χουλεάρικουτάλι φαγητού
- Χουλιάρ / ΧουλάριΚουτάλι
- χούηχαρακτήρας / συνήθεια
- ΧράΧροιά
- ΧτήνονΑγελάδα
- Χωρολόγι !Ντροπή! Θα σε δει ο κόσμος!