Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Θρησκεία και έθιμα
Αντρίζω
Antrizo
Παντρεύεται (η γυναίκα)
A woman marries
- Προέλευση
- Greek ἀνήρ
- Πού λέγεται
- General; Of area, village not specified
- Κατηγορία
- Θρησκεία και έθιμα
- Βεβαιότητα
- Επιβεβαιωμένο
- Πηγές
- PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary (2026)
Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion 27/28
Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται