Ποντιακό Λεξικόpontiaka.org

Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Θρησκεία και έθιμα

Γυναικίζω

Yinekízo

Παντρεύεται (ο άντρας)

A man takes a wife (MK records γυναιτσ̑ίζω as behave like a woman: sources disagree)

Προέλευση
Greek
Πού λέγεται
General; Of area, village not specified
Κατηγορία
Θρησκεία και έθιμα
Βεβαιότητα
Αμφίβολο
Πηγές
PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary (2026)
Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion 27/28

Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται

Κι άλλες λέξεις: Θρησκεία και έθιμα