Ποντιακό Λεξικόpontiaka.org

Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Βρισιές, κατάρες, επιφωνήματα

Αφορισμένος / Αφορισμέντσα

Αforismenos

Καταραμένος, η

Cursed; naughty (man / woman)

Προέλευση
Greek ἀφορισμένος (excommunicated)
Πού λέγεται
General
Κατηγορία
Βρισιές, κατάρες, επιφωνήματα
Βεβαιότητα
Μία πηγή
Πηγές
PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary (2026)

Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται

Κι άλλες λέξεις: Βρισιές, κατάρες, επιφωνήματα