Ποντιακό Λεξικόpontiaka.org

Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Οικογένεια και συγγένεια

Νισαλούς / Νισιαλί

Nisalous / Nisiali

Αρραβωνιαστικός, ιά

Fiancé / fiancée

Προέλευση
Turkish nişanlı (cognate given in source)
Πού λέγεται
General
Κατηγορία
Οικογένεια και συγγένεια
Βεβαιότητα
Μία πηγή
Πηγές
PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary (2026)

Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται

Κι άλλες λέξεις: Οικογένεια και συγγένεια