Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Δουλειά, χρήμα, σύγχρονη ζωή
τερεζί
terezi
ζυγαριά
balance; weighing scales
- Προέλευση
- Turkish (explicit)
- Πού λέγεται
- Of area, village not specified
- Κατηγορία
- Δουλειά, χρήμα, σύγχρονη ζωή
- Βεβαιότητα
- Μία πηγή
- Πηγές
- Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion 27/28
Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται