Ποντιακό Λεξικόpontiaka.org

Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Δουλειά, χρήμα, σύγχρονη ζωή

Ζεγκίντς

Zengints

Πλούσιος

Rich person

Προέλευση
Turkish zengin (cognate given in source)
Πού λέγεται
General
Κατηγορία
Δουλειά, χρήμα, σύγχρονη ζωή
Βεβαιότητα
Μία πηγή
Πηγές
PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary (2026)

Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται

Κι άλλες λέξεις: Δουλειά, χρήμα, σύγχρονη ζωή