Ποντιακό Λεξικόpontiaka.org

Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Δουλειά, χρήμα, σύγχρονη ζωή

Χασ̌λούκ'

Khasloúk

Χαρτζιλίκι

Pocket money

Προέλευση
Turkish harçlık (given in source)
Πού λέγεται
General
Κατηγορία
Δουλειά, χρήμα, σύγχρονη ζωή
Βεβαιότητα
Μία πηγή
Πηγές
PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary (2026)

Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται

Κι άλλες λέξεις: Δουλειά, χρήμα, σύγχρονη ζωή