Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Ρήματα
σταθήναι
stathinai
να μείνω / να σταθώ
to stay, remain (surviving infinitive)
- Προέλευση
- Ancient Greek infinitive retention
- Πού λέγεται
- Of
- Παράδειγμα
- ουτς επόρεσα σταθήναι : I could not stay.
- Κατηγορία
- Ρήματα
- Βεβαιότητα
- Μία πηγή
- Πηγές
- Mackridge, preface to Tursun's Romeika Turkish dictionary
Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται