Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Σώμα και υγεία
Χασταλεύω / Χαστάς
Khastalevo
Αρρωσταίνω / άρρωστος
I fall ill / sick
- Προέλευση
- Turkish hasta (stated in source)
- Πού λέγεται
- Of area, village not specified
- Κατηγορία
- Σώμα και υγεία
- Βεβαιότητα
- Μία πηγή
- Πηγές
- Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion 27/28
Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται