Ποντιακό Λεξικόpontiaka.org

Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Σώμα και υγεία

δαχτυλέρης

dachtyleris

μακρυδάχτυλος

long fingered

Προέλευση
Greek δάχτυλο (derived)
Πού λέγεται
Of, Sürmene
Κατηγορία
Σώμα και υγεία
Βεβαιότητα
Μία πηγή
Πηγές
Mackridge, preface to Tursun's Romeika Turkish dictionary

Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται

Κι άλλες λέξεις: Σώμα και υγεία