Ποντιακό Λεξικόpontiaka.org

Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Ρήματα

Τρέξινι

Treksini

Να τρέξω

To run (infinitive)

Προέλευση
Greek
Πού λέγεται
Of, Sürmene
Παράδειγμα
ούτσ' επορέσα τρέξινι: I could not run
Κατηγορία
Ρήματα
Βεβαιότητα
Μία πηγή
Πηγές
Wikipedia, Pontic Greek

Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται

Κι άλλες λέξεις: Ρήματα