Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Συναισθήματα και χαϊδευτικά
Έμορφος / Έμορφεσσα / Έμορφον
Émorfos
Όμορφος, η, ο
Handsome / beautiful
- Προέλευση
- Greek εὔμορφος; feminine in εσσα
- Πού λέγεται
- All Pontic
- Κατηγορία
- Συναισθήματα και χαϊδευτικά
- Βεβαιότητα
- Επιβεβαιωμένο
- Πηγές
- Kahl, Pascaru and Rousiakis, Austrian Academy of Sciences
Wikipedia, Pontic Greek
PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary (2026)
Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται