Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Παροιμίες και ιδιωματισμοί
Γαρδηλώνω τ’ ομμάτα̤
Gardilono t’ ommata
Γουρλώνω τα μάτια
Widen one's eyes in fear or surprise (literally: Open out the eyes)
- Πού λέγεται
- General
- Κατηγορία
- Παροιμίες και ιδιωματισμοί
- Βεβαιότητα
- Μία πηγή
- Πηγές
- Melanofrydis, Ιδιωματισμοί της Ποντιακής Διαλέκτου, Ποντιακή Εστία (1954, 1962), via Kotsari
- Σημείωση πηγής
- Search index excerpt consulted. Full article inaccessible at audit. Source contrasts this verb with alternate spelling.
Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται
Κι άλλες λέξεις: Παροιμίες και ιδιωματισμοί
- Τα χ̆έρα̤ τ’ μακρέα είναιΈχει μακρύ χέρι· κλέβει
- Το μανίκ’ν ατ’ κοντόν έν’Είναι φτωχός
- Κρατώ χ̆έρ’Βοηθώ, στηρίζω
- Το χ̆έρ’ν ατ’ κάθεν καικά έν’Είναι άπορος
- Το μυτίν ατ’ ξυμιτόν έν’Έχει σηκωμένη τη μύτη
- Εκλειδώθαν τα γναφία τ’Έμεινε άφωνος από τον φόβο
- Μετρώ τα δόντα̤ τ’Τον ψυχολογώ
- Σην γούλα σ’ ‘κ̆ι’ ερούξενΔεν σου πέφτει λόγος