Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Δουλειά, χρήμα, σύγχρονη ζωή
παρά
para
χρήματα
money
- Προέλευση
- Turkish para
- Πού λέγεται
- Of
- Παράδειγμα
- Η παρά την παράν (γαζανεύ'). : Money earns money (source collected proverb).
- Κατηγορία
- Δουλειά, χρήμα, σύγχρονη ζωή
- Βεβαιότητα
- Επιβεβαιωμένο
- Πηγές
- Revithiadou and Spyropoulos (2009), Οφίτικη Ποντιακή
Lingua Pontica dictionary
Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται