Ποντιακό Λεξικόpontiaka.org

Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Σπίτι και ρούχα

ταραχτέρης

tarachteris

ανακατευτής

stirrer / person who stirs

Προέλευση
Greek ταράζω with productive τέρης suffix
Πού λέγεται
Of, Sürmene
Κατηγορία
Σπίτι και ρούχα
Βεβαιότητα
Μία πηγή
Πηγές
Mackridge, preface to Tursun's Romeika Turkish dictionary

Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται

Κι άλλες λέξεις: Σπίτι και ρούχα