Ποντιακό Λεξικόpontiaka.org

Ποντιακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Σώμα και υγεία

Ομάττια / Ομμάτιν

Omátia

Μάτια

Eyes / eye

Προέλευση
Greek ὀμμάτιον
Πού λέγεται
General; Of area, village not specified
Κατηγορία
Σώμα και υγεία
Βεβαιότητα
Επιβεβαιωμένο
Πηγές
PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary (2026)
Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion 27/28

Άνοιξε το λεξικόΜάθε ποντιακάΠώς διαβάζεται

Κι άλλες λέξεις: Σώμα και υγεία