Ποντιακό Λεξικό · Άρθρα
Το ποντιακό σπίτι
Από το κατοθύρ ως το δρανί, οι λέξεις ενός ποντιακού σπιτιού δωμάτιο με δωμάτιο, και από πού καταγράφηκε η καθεμιά.
Ένα σπίτι το γνωρίζεις από τις λέξεις του: πώς λένε την πόρτα, τη φωτιά, το πάνω πάτωμα και το κάτω. Σε αυτή την ανάρτηση περνάμε το κατώφλι ενός ποντιακού σπιτιού και το διασχίζουμε δωμάτιο με δωμάτιο, με λέξεις από το λεξικό του pontiaka.org. Πολλές από αυτές προέρχονται από τις καταγραφές του Peter Mackridge στην περιοχή του Όφη, άρα είναι τοπικές μορφές και όχι λέξεις που λέγονταν σε όλο τον Πόντο. Το σημειώνουμε σε κάθε βήμα.
Οσπίτι
Η βασική λέξη είναι Οσπίτι / Οσπίτια (νεοελληνικά: Σπίτι, αγγλικά: House). Είναι από τα λήμματα με την πιο γερή τεκμηρίωση στο λεξικό: την καταγράφουν η Ακαδημία Επιστημών της Αυστρίας, ο Mackridge, ο Dawkins και οι Ρεβυθιάδου και Σπυρόπουλος. Η πηγή μας δίνει ως προέλευση το λατινικό hospitium, που πέρασε στα ποντιακά μέσα από τα βυζαντινά ελληνικά. Το αρχικό ο είναι αυτό που ξεχωρίζει αμέσως το ποντιακό οσπίτι από το νεοελληνικό σπίτι.
Οι Ρεβυθιάδου και Σπυρόπουλος καταγράφουν για τον Όφη και τη Σούρμενα και τη μορφή οσπίτ’ (νεοελληνικά: σπίτι / κατοικία, αγγλικά: home, dwelling), με το τελικό φωνήεν κομμένο.
Από την πόρτα μέσα
Μπαίνοντας, πατάς πρώτα το κατοθύρ (νεοελληνικά: κατώφλι, αγγλικά: threshold / doorstep), λέξη που οι Ρεβυθιάδου και Σπυρόπουλος καταγράφουν στον Όφη. Για να ανοίξεις χρειάζεσαι το Ανοιγάρ (νεοελληνικά: Κλειδί, αγγλικά: Key). Εδώ η λέξη λέει από μόνη της τι κάνει: η πηγή τη συνδέει με το ελληνικό ἀνοίγω. Το κλειδί είναι αυτό που ανοίγει.
Στην περιοχή του Όφη ο Mackridge καταγράφει το Θαρατσ̑είο (νεοελληνικά: Προθάλαμος, αγγλικά: Entrance hall), τον χώρο ανάμεσα στην πόρτα και στο κυρίως σπίτι. Από εκεί περνάς στην ο(ν)τά (νεοελληνικά: δωμάτιο, αγγλικά: room), μορφή που καταγράφεται επίσης στον Όφη.
Γύρω σου είναι τα Τουβάρεα (νεοελληνικά: Τοίχοι, αγγλικά: Walls). Το PontosWorld σημειώνει ότι η λέξη έχει συγγενή στα τουρκικά, το duvar. Πάνω στον τοίχο, το Ταρέζ (νεοελληνικά: Ράφι, αγγλικά: Shelf).
Η φωτιά στη μέση
Στην περιοχή του Όφη η εστία λέγεται Αψημαρείο (νεοελληνικά: Εστία, αγγλικά: Hearth), και ο Mackridge σημειώνει ότι βρίσκεται συνήθως στο κύριο δωμάτιο. Η λέξη είναι ελληνική. Το PontosWorld δίνει για το τζάκι τη λέξη Τσάχ (νεοελληνικά: Τζάκι, αγγλικά: Fireplace), χωρίς να αναφέρει προέλευση.
Όπου υπάρχει φωτιά υπάρχει και στάχτη, και για τη στάχτη ο Mackridge καταγράφει στην ίδια περιοχή δύο λέξεις: αψημάδι (νεοελληνικά: στάχτη, αγγλικά: ash) και σαχτάρι (νεοελληνικά: στάχτη, αγγλικά: ash). Από το Ζησινό έρχεται το αποκάμιν (νεοελληνικά: δαυλί, αγγλικά: burning brand; firebrand), το αναμμένο ξύλο που τραβάς από τη φωτιά.
Πάνω από όλα αυτά, το Φεγγίν / Φρεγγίν (νεοελληνικά: Φεγγίτης, αγγλικά: Skylight; smoke hole). Η ίδια λέξη σημαίνει και το άνοιγμα που φέρνει φως και την τρύπα από όπου βγαίνει ο καπνός. Η πηγή τη συνδέει με το ελληνικό φέγγος, την ίδια ρίζα που έχει το ποντιακό φεγγάρι. Στο Σαράχος (Uzungöl) ο Mackridge καταγράφει το φεγγίν (νεοελληνικά: φεγγίτης, αγγλικά: transom or rooflight), δηλαδή το παράθυρο πάνω από πόρτα ή στη στέγη.
Πάνω και κάτω
Το σπίτι έχει και ύψος. Πάνω είναι το Δρανί (νεοελληνικά: Σοφίτα, αγγλικά: Loft), λέξη από την περιοχή του Όφη. Κάτω είναι το Κατώι (νεοελληνικά: Κελάρι, αγγλικά: Cellar, ground floor store), ελληνική λέξη που ο Mackridge καταγράφει στο Ζησινό. Δεν είναι απαραίτητα υπόγειο: η αγγλική απόδοση της πηγής μιλά και για αποθήκη στο ισόγειο. Η σημείωση του λεξικού δίνει για την Τραπεζούντα άλλη λέξη για τον ίδιο χώρο, το μαντρίν.
Ένα τραπέζι από τη Ρωσία
Στο κύριο δωμάτιο στρώνεται το τραπέζι, και εδώ η λέξη λέει κάτι για την ιστορία των ομιλητών της. Το τραπέζι στο Ροστόφ ήταν στόλ, από το ρωσικό стол, όπως είδαμε στην ανάρτηση για τις δάνειες λέξεις. Το λεξικό σημειώνει ότι ο Οικονομίδης, το 1908, το κατέγραφε ως νέα λέξη στη διάλεκτο. Από το Ροστόφ, μέσω του Dawkins, έρχεται και ο πέχκος (νεοελληνικά: σόμπα, αγγλικά: stove), από το ρωσικό pechka. Ένα σπίτι στη Ρωσία ζεσταινόταν με τη ρωσική λέξη.
Έξω από το σπίτι
Γύρω από το οσπίτι υπάρχει το κεπίν (νεοελληνικά: κήπος, αγγλικά: garden). Πιο μακριά από το σπίτι στέκονται το σταλί (νεοελληνικά: εξοχική καλύβα, αγγλικά: countryside hut) και το δέρρο (νεοελληνικά: καταφύγιο από τη βροχή, αγγλικά: rain shelter), δύο λέξεις που ο Mackridge καταγράφει στην περιοχή του Όφη. Και για το σπίτι που έπαψε να είναι σπίτι, η ίδια περιοχή έχει τη λέξη δυμάρι (νεοελληνικά: ερείπιο, αγγλικά: ruin).
Βρες κι άλλες λέξεις στο pontiaka.org και πες μας στα σχόλια της σελίδας μας πώς τα λέτε στο δικό σας χωριό.
Πηγές
OE: Kahl, Pascaru and Rousiakis, Austrian Academy of Sciences, Pontic Greek
MK: Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion
DW: Dawkins (1937), The Pontic Dialect of Modern Greek in Asia Minor and Russia
RS: Revithiadou and Spyropoulos, Οφίτικη Ποντιακή
PW: PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary
You know a house by its words: what people call the door, the fire, the upstairs and the downstairs. In this post we step over the threshold of a Pontic house and walk through it room by room, using words from the pontiaka.org dictionary. Many of them come from Peter Mackridge's recordings in the Of region, which makes them local forms, not words that were said right across Pontus. We flag that at every step.
Οσπίτι
The basic word is Οσπίτι / Οσπίτια (Greek Σπίτι, "House"). It is one of the best documented entries in the dictionary: it is recorded by the Austrian Academy of Sciences, by Mackridge, by Dawkins and by Revithiadou and Spyropoulos. Our source gives its origin as Latin hospitium, which came into Pontic through Byzantine Greek. The initial ο is what immediately sets the Pontic οσπίτι apart from the Standard Greek σπίτι.
Revithiadou and Spyropoulos also record the form οσπίτ’ (Greek σπίτι / κατοικία, "home, dwelling") for Of and Sürmene, with the final vowel clipped.
Through the door
On the way in you first step on the κατοθύρ (Greek κατώφλι, "threshold / doorstep"), a word Revithiadou and Spyropoulos record in Of. To open the door you need the Ανοιγάρ (Greek Κλειδί, "Key"). Here the word explains itself: the source links it to Greek ἀνοίγω, to open. The key is the thing that opens.
In the Of area Mackridge records Θαρατσ̑είο (Greek Προθάλαμος, "Entrance hall"), the space between the door and the house proper. From there you pass into the ο(ν)τά (Greek δωμάτιο, "room"), a form also recorded in Of.
Around you are the Τουβάρεα (Greek Τοίχοι, "Walls"). PontosWorld notes that the word has a cognate in Turkish, duvar. On the wall sits the Ταρέζ (Greek Ράφι, "Shelf").
The fire in the middle
In the Of area the hearth is the Αψημαρείο (Greek Εστία, "Hearth"), and Mackridge notes that it is usually in the main room. The word is Greek. PontosWorld gives Τσάχ (Greek Τζάκι, "Fireplace") for the fireplace, without stating an origin.
Where there is fire there is ash, and for ash Mackridge records two words in the same area: αψημάδι (Greek στάχτη, "ash") and σαχτάρι (Greek στάχτη, "ash"). From Zisino comes αποκάμιν (Greek δαυλί, "burning brand; firebrand"), the lit piece of wood you pull from the fire.
Above it all is the Φεγγίν / Φρεγγίν (Greek Φεγγίτης, "Skylight; smoke hole"). The same word means both the opening that lets in light and the hole the smoke goes out through. The source links it to Greek φέγγος, the same root as the Pontic word for the moon. In Sarachos (Uzungöl) Mackridge records φεγγίν (Greek φεγγίτης, "transom or rooflight"), that is, the window above a door or in the roof.
Up and down
A house has height as well. Upstairs is the Δρανί (Greek Σοφίτα, "Loft"), a word from the Of area. Downstairs is the Κατώι (Greek Κελάρι, "Cellar, ground floor store"), a Greek word Mackridge records in Zisino. It is not necessarily underground: the source's English gloss also speaks of a ground floor store. The dictionary's note gives a different word for the same space in Trapezounta, μαντρίν.
A table from Russia
The table is set in the main room, and here the word says something about the history of the people who used it. In Rostov the table was στόλ, from Russian стол, as we saw in our post on borrowed words. The dictionary notes that Oeconomides, in 1908, recorded it as new to the dialect. From Rostov, through Dawkins, also comes πέχκος (Greek σόμπα, "stove"), from Russian pechka. A house in Russia was heated with the Russian word.
Outside the house
Around the οσπίτι is the κεπίν (Greek κήπος, "garden"). Further from the house stand the σταλί (Greek εξοχική καλύβα, "countryside hut") and the δέρρο (Greek καταφύγιο από τη βροχή, "rain shelter"), two words Mackridge records in the Of area. And for the house that has stopped being a house, the same area has the word δυμάρι (Greek ερείπιο, "ruin").
Find more words at pontiaka.org and tell us in the comments on our page how you say them in your village.
Sources
OE: Kahl, Pascaru and Rousiakis, Austrian Academy of Sciences, Pontic Greek
MK: Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion
DW: Dawkins (1937), The Pontic Dialect of Modern Greek in Asia Minor and Russia
RS: Revithiadou and Spyropoulos, Οφίτικη Ποντιακή
PW: PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary