Ποντιακό Λεξικό · Άρθρα
Ψη μ': τα χαϊδευτικά των Ποντίων
Από το Ψη μ' και το Ρίζα μ' ως το Τσικάρι μ' και το γαρδέλι, οι λέξεις που λένε οι Πόντιοι σε όσους αγαπούν.
Κάθε ποντιακό σπίτι έχει τις λέξεις που λέγονται μόνο με χαμηλή φωνή: στο παιδί πριν κοιμηθεί, στον εγγονό που μπαίνει από την πόρτα, στη γυναίκα που αγαπάς. Τα ποντιακά χαϊδευτικά είναι μικρά, συχνά δύο συλλαβές και ένα μ' στο τέλος, και ανακατεύουν ελληνικές και τουρκικές λέξεις χωρίς κανένα πρόβλημα. Μαζέψαμε από το λεξικό του pontiaka.org τα χαϊδευτικά και τα κομπλιμέντα, και σημειώνουμε από πού έρχεται η κάθε λέξη και πού λέγεται.
Ψη μ': η ψυχή σε μία συλλαβή
Το πιο γνωστό ποντιακό χαϊδευτικό είναι το Ψη μ' (νεοελληνικά: Ψυχή μου, αγγλικά: My soul). Η λέξη είναι το ελληνικό ψυχή, κομμένη στη μία συλλαβή, και το μ' που ακολουθεί είναι το μου. Τη στηρίζουν δύο πηγές: το PontosWorld και ο Peter Mackridge, που την καταγράφει στην περιοχή του Όφη με τη γραφή ψ̑ή. Λέγεται γενικά, και γι' αυτό τη διαλέξαμε για λέξη της εβδομάδας.
Με τον ίδιο τρόπο φτιάχνονται και τα υπόλοιπα: η λέξη μπροστά, το μ' πίσω. Το είδαμε ήδη στο Πουλόπο μ', παιδί μου, όταν γράψαμε για τις λέξεις της οικογένειας.
Ρίζα μ', Αρνόπο, Κάλη
Το Ρίζα μ' (νεοελληνικά: Ρίζα μου, αγγλικά: My darling, literally my root) είναι ελληνική λέξη, και το λεξικό τη δίνει ως χαϊδευτικό με τη σημασία αγάπη μου.
Το Αρνόπο (νεοελληνικά: Αρνάκι, αγγλικά: Little lamb; darling) είναι επίσης ελληνικό. Το λεξικό σημειώνει ότι ως χαϊδευτικό λέγεται σε γυναίκα. Και για την αγαπημένη υπάρχει η Κάλη (νεοελληνικά: Αγαπημένη, αγγλικά: Girlfriend, sweetheart), κι αυτή ελληνική.
Τσάνου μ' και Τσικάρι μ'
Δίπλα στα ελληνικά, η αγάπη στα ποντιακά μιλά και τουρκικά. Το Τσάνου μ' (νεοελληνικά: Αγάπη μου, αγγλικά: My darling) έρχεται από το τουρκικό canım, όπως δίνει η πηγή. Το Τσικάρι μ' (νεοελληνικά: Καρδούλα μου, αγγλικά: My sweetheart, literally my liver) έρχεται από το τουρκικό ciğerim.
Το δεύτερο αξίζει μια στάση. Εκεί που η κοινή νεοελληνική λέει καρδούλα μου, το ποντιακό χαϊδευτικό λέει, κατά λέξη, συκώτι μου. Άλλο όργανο, ίδια τρυφερότητα. Και τα δύο είναι από μία πηγή, το PontosWorld, οπότε αν τα λέτε αλλιώς, γράψτε μας.
Ποδεδίζω 'σε και λελεύω
Μερικά χαϊδευτικά είναι ολόκληρες φράσεις. Το Ποδεδίζω 'σε (νεοελληνικά: Να σε χαρώ, αγγλικά: I admire you; bless you) έχει δύο πηγές, το PontosWorld και τον Mackridge, και λέγεται γενικά και στην περιοχή του Όφη. Ο Mackridge το αποδίδει ως γίνομαι θυσία για σένα. Για την προέλευση η πηγή μας δεν λέει τίποτα.
Το λελεύω (νεοελληνικά: λατρεύω, αγαπώ, αγγλικά: to adore; love dearly) το καταγράφει το PontosWorld. Υπάρχει όμως μια σημείωση. Ο Berikashvili (2019) καταγράφει στα ποντιακά της Γεωργίας τη μορφή lelévo με τη σημασία χαίρομαι. Αν πρόκειται για την ίδια λέξη με άλλη σημασία ή για δύο λέξεις που απλώς μοιάζουν, δεν το ξέρουμε ακόμα. Θα χρειαστεί να δούμε τα αρχικά κείμενα.
Έμορφος, φωταχτερέας, πιρπιλομάτης
Τα κομπλιμέντα έχουν κι αυτά τις λέξεις τους. Έμορφος / Έμορφεσσα / Έμορφον (νεοελληνικά: Όμορφος, η, ο, αγγλικά: Handsome / beautiful) είναι από τις πιο καλά τεκμηριωμένες λέξεις του λεξικού: τρεις πηγές, η Ακαδημία Επιστημών της Αυστρίας, η Wikipedia και το PontosWorld, και λέγεται σε όλο τον Πόντο. Έρχεται από το ελληνικό εὔμορφος, με θηλυκό σε εσσα. Στον Όφη οι Revithiadou και Spyropoulos καταγράφουν και την καλέσα (νεοελληνικά: ωραία, αγγλικά: beautiful, fine, feminine).
Για τον άνθρωπο που λάμπει υπάρχει ο Φωταχτερέας / Φωταχτερού (νεοελληνικά: Λαμπερός, ή, αγγλικά: Radiant, beautiful man / woman), λέξη ελληνική. Για τον ωραίο και γενναίο άντρα, ο Γιοσμάς (νεοελληνικά: Λεβέντης, αγγλικά: Brave, handsome man). Και στην περιοχή του Όφη ο Mackridge καταγράφει τον πιρπιλομάτη (νεοελληνικά: μαυρομάτης, αγγλικά: dark eyed person).
Για τα μικρά
Από τον Όφη και τη Σούρμενα έρχονται δύο λέξεις για τα παιδιά, και τις δύο τις καταγράφει ο Mackridge. Το γαρδέλι (νεοελληνικά: μικρό παιδί, αγγλικά: small child) έχει την πιο τρυφερή ιστορία της λίστας. Κατά τον Mackridge προέρχεται από το λατινικό carduelis, και η σημασία του μετακινήθηκε από την καρδερίνα, το πουλί, στο μικρό παιδί.
Ο γαλατόθρεφτος (νεοελληνικά: καλοθρεμμένος, χαϊδεμένος, αγγλικά: milk reared; well nourished or pampered) είναι από το ελληνικό γάλα και το θρέφω. Η ίδια λέξη καλύπτει και το καλοθρεμμένο και το χαϊδεμένο παιδί.
Το Λελεύω σε το βρίσκεις και σε προϊόν στο κατάστημά μας.
Βρες κι άλλες λέξεις στο pontiaka.org και πες μας στα σχόλια της σελίδας μας πώς τα λέτε στο δικό σας χωριό.
Πηγές
PW: PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary
MK: Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion
OE: Kahl, Pascaru and Rousiakis, Austrian Academy of Sciences, Pontic Greek
WP: Wikipedia, Pontic Greek
RS: Revithiadou and Spyropoulos, Οφίτικη Ποντιακή
MT: Mackridge, preface to Tursun's Romeika Turkish dictionary
Every Pontic house has the words that are only ever said quietly: to a child before sleep, to a grandchild coming through the door, to the woman you love. Pontic endearments are small, often two syllables and a μ' on the end, and they mix Greek and Turkish words without any trouble at all. We have gathered the endearments and compliments from the pontiaka.org dictionary, and we note where each word comes from and where it is said.
Ψη μ': a soul in one syllable
The best known Pontic endearment is Ψη μ' (Greek Ψυχή μου, "My soul"). The word is Greek ψυχή, soul, cut down to one syllable, and the μ' that follows is μου, my. Two sources back it: PontosWorld and Peter Mackridge, who records it in the Of area with the spelling ψ̑ή. It is said generally, and that is why we chose it as this week's word.
The others are built the same way: the word in front, the μ' behind. We saw it already in Πουλόπο μ', my child, when we wrote about the family words.
Ρίζα μ', Αρνόπο, Κάλη
Ρίζα μ' (Greek Ρίζα μου, "My darling", literally my root) is a Greek word, and the dictionary gives it as an endearment meaning my darling.
Αρνόπο (Greek Αρνάκι, "Little lamb; darling") is also Greek. The dictionary notes that as an endearment it is said to a woman. And for the beloved there is Κάλη (Greek Αγαπημένη, "Girlfriend, sweetheart"), also Greek.
Τσάνου μ' and Τσικάρι μ'
Alongside the Greek, love in Pontic also speaks Turkish. Τσάνου μ' (Greek Αγάπη μου, "My darling") comes from Turkish canım, as the source gives it. Τσικάρι μ' (Greek Καρδούλα μου, "My sweetheart", literally my liver) comes from Turkish ciğerim.
The second one deserves a pause. Where Standard Greek says my little heart, the Pontic endearment says, word for word, my liver. Different organ, same tenderness. Both come from a single source, PontosWorld, so if you say them differently, write to us.
Ποδεδίζω 'σε and λελεύω
Some endearments are whole phrases. Ποδεδίζω 'σε (Greek Να σε χαρώ, "I admire you; bless you") has two sources, PontosWorld and Mackridge, and is said generally and in the Of area. Mackridge renders it as to become a sacrifice for someone. On its origin our source says nothing.
λελεύω (Greek λατρεύω, αγαπώ, "to adore; love dearly") is recorded by PontosWorld. There is a note attached, though. Berikashvili (2019) records the form lelévo in the Pontic of Georgia with the meaning to rejoice. Whether this is the same word with a different meaning, or two words that simply look alike, we do not yet know. It needs a look at the original texts.
Έμορφος, φωταχτερέας, πιρπιλομάτης
Compliments have their own words too. Έμορφος / Έμορφεσσα / Έμορφον (Greek Όμορφος, η, ο, "Handsome / beautiful") is one of the best documented words in the dictionary: three sources, the Austrian Academy of Sciences, Wikipedia and PontosWorld, and it is said across all of Pontus. It comes from Greek εὔμορφος, with a feminine ending in εσσα. In Of, Revithiadou and Spyropoulos also record καλέσα (Greek ωραία, "beautiful, fine", feminine).
For a person who shines there is Φωταχτερέας / Φωταχτερού (Greek Λαμπερός, ή, "Radiant, beautiful man / woman"), a Greek word. For the handsome, brave man, Γιοσμάς (Greek Λεβέντης, "Brave, handsome man"). And in the Of area Mackridge records πιρπιλομάτης (Greek μαυρομάτης, "dark eyed person").
For the little ones
Two words for children come from Of and Sürmene, and Mackridge records both. γαρδέλι (Greek μικρό παιδί, "small child") has the sweetest story on the list. According to Mackridge it comes from Latin carduelis, and its meaning moved from the goldfinch, the bird, to the small child.
γαλατόθρεφτος (Greek καλοθρεμμένος, χαϊδεμένος, "milk reared; well nourished or pampered") comes from Greek γάλα, milk, and θρέφω, to feed. The one word covers both the well fed child and the pampered one.
You will also find Λελεύω σε on a product in our shop.
Find more words at pontiaka.org and tell us in the comments on our page how you say them in your village.
Sources
PW: PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary
MK: Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion
OE: Kahl, Pascaru and Rousiakis, Austrian Academy of Sciences, Pontic Greek
WP: Wikipedia, Pontic Greek
RS: Revithiadou and Spyropoulos, Οφίτικη Ποντιακή
MT: Mackridge, preface to Tursun's Romeika Turkish dictionary