Ποντιακό Λεξικόpontiaka.org
Κερκέλ

Ποντιακό Λεξικό · Άρθρα

Κερκέλ και ψωμίν: είκοσι λέξεις από την ποντιακή κουζίνα

Από το κερκέλ και το συρόν ως το γάλαν που στο Σαράχος είναι γιαούρτι, είκοσι λέξεις του ποντιακού τραπεζιού με την προέλευση και τον τόπο τους.

Το ψωμί, το γιαούρτι, η μπουκιά: οι λέξεις του τραπεζιού είναι από τις πιο καθημερινές μιας γλώσσας, και στα ποντιακά πολλές από αυτές δεν μοιάζουν καθόλου με τις νεοελληνικές. Μαζέψαμε από το λεξικό του pontiaka.org είκοσι λέξεις της ποντιακής κουζίνας, κυρίως εκείνες που στηρίζονται σε δύο ή περισσότερες πηγές, και σημειώνουμε κάθε φορά ποιες είναι τοπικές.

Ψωμί και ζύμη

Ξεκινάμε από το βασικό, το ψωμίν, που κρατά το τελικό ν, όπως είδαμε στο άρθρο για όσα κράτησαν τα ποντιακά από την παλιά ελληνική, και το λεξικό σημειώνει ότι το κρατά και το Σαράχος.

Η λέξη της εβδομάδας είναι το Κερκέλ (νεοελληνικά: Κουλούρι, αγγλικά: Ring shaped sesame bread). Η προέλευσή του είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες του λεξικού: έρχεται από το λατινικό circellus, μέσα από τη βυζαντινή ελληνική. Μια λατινική λέξη, δηλαδή, που έφτασε στον Πόντο με ελληνικό διαβατήριο. Το καταγράφουν και το PontosWorld και ο Dawkins.

Για να γίνει το ψωμί χρειάζεται σκάφη. Το λεξικό καταγράφει δύο λέξεις, Ζυμοτρόν / Πινάτσ̑ι (νεοελληνικά: Σκάφη ζυμώματος, αγγλικά: Kneading trough), και τις δύο ελληνικές, από το PontosWorld και από την καταγραφή του Mackridge στην περιοχή του Όφη. Από τη ζύμη βγαίνει και το Συρόν (νεοελληνικά: Συρόν, αγγλικά: Pontic dish of dough sheets with garlic and onion), φαγητό από φύλλα ζύμης με σκόρδο και κρεμμύδι. Αυτό στηρίζεται σε μία μόνο πηγή, το PontosWorld, οπότε αν το φτιάχνετε αλλιώς ή το λέτε αλλιώς, γράψτε μας.

Γάλα, μέλι, αλάτι

Το γιαούρτι στα ποντιακά λέγεται Ξύγαλαν / Μαντζίρα (νεοελληνικά: Γιαούρτι, αγγλικά: Yoghurt). Για την προέλευση των δύο λέξεων η πηγή μας δεν λέει τίποτα, και δεν θα μαντέψουμε.

Εδώ όμως έρχεται μια παγίδα. Στο Σαράχος, στην περιοχή του Όφη, η λέξη Γάλαν / Γλυτσ̑ύν (νεοελληνικά: Γιαούρτι / γάλα, αγγλικά: Yoghurt / milk) λειτουργεί ανάποδα από ό,τι θα περίμενε κανείς: το γάλαν είναι το γιαούρτι, και το γάλα λέγεται γλυτσ̑ύν, δηλαδή «γλυκό». Με άλλα λόγια, στο Σαράχος το γάλαν δεν είναι γάλα. Είναι τοπική χρήση και όχι κάτι που ισχύει σε όλο τον Πόντο.

Το Μέλ / Μέλι (νεοελληνικά: Μέλι, αγγλικά: Honey) είναι ελληνικό, και στον Όφη ο πληθυντικός του είναι μέλιτα. Και για ό,τι έχει αλάτι, η λέξη είναι Αλικόν / Αλυκός (νεοελληνικά: Αλμυρό, αγγλικά: Salty), από το αρχαίο ἁλυκός.

Πατάτες, κουκιά, καλαμπόκι

Η πατάτα έχει δύο ονόματα, και το καθένα δείχνει από πού πέρασε. Η Καρτόφα / Καρτόφια (νεοελληνικά: Πατάτα, αγγλικά: Potato) έρχεται από το ρωσικό картофель καταγράφεται γενικά αλλά και στο Ροστόφ, και ο Dawkins τη δίνει στον πληθυντικό καρτόφια. Στον Όφη, αντίθετα, η πατάτα λέγεται Γερελμασίν (νεοελληνικά: Πατάτα, αγγλικά: Potato), από το παλιότερο τουρκικό yerelması. Ίδιο λαχανικό, δύο λέξεις, από δύο διαφορετικές γλώσσες επαφής.

Τα κουκιά είναι Φάβατα (νεοελληνικά: Κουκιά, αγγλικά: Broad beans), από το λατινικό faba.

Και το καλαμπόκι έχει κι αυτό τις τοπικές του λέξεις. Το Λαζούδ' (νεοελληνικά: Καλαμπόκι, αγγλικά: Maize plant) καταγράφεται γενικά και στην Τραπεζούντα, ενώ στον Όφη λένε Τσουπάδ' (νεοελληνικά: Καλαμπόκι, αγγλικά: Maize). Για καμία από τις δύο η πηγή δεν δίνει προέλευση.

Φρούτα και φουντούκια

Εδώ η ελληνική φωνή ακούγεται καθαρά. Το Απίδ (νεοελληνικά: Αχλάδι, αγγλικά: Pear) έρχεται από το ἀπίδιον. Το Κοκκύμελον (νεοελληνικά: Δαμάσκηνο, αγγλικά: Plum) έρχεται από το κοκκύμηλον, και στον Όφη ακούγεται κοτσ̑ύμπελο. Το Λεφτοκάρ (νεοελληνικά: Φουντούκι, αγγλικά: Hazelnut) έρχεται από το λεπτοκάρυον. Και το Σταφύλε (νεοελληνικά: Σταφύλια, αγγλικά: Grapes) είναι κι αυτό ελληνικό. Και οι τέσσερις στηρίζονται σε δύο πηγές.

Μαγείρεμα και μπουκιές

Για να μαγειρέψεις λες Μαερεύω (νεοελληνικά: Μαγειρεύω, αγγλικά: I cook). Αυτό που βάζεις στο στόμα είναι η Βούκα (νεοελληνικά: Μπουκιά, αγγλικά: Mouthful), από το λατινικό bucca μέσα από την ελληνική. Από την ίδια οικογένεια είναι και το Βουκώνω / Βουκούμαι (νεοελληνικά: Ταΐζω / τρώω πρωινό, αγγλικά: I feed a mouthful; I have breakfast): γενικά σημαίνει ταΐζω μια μπουκιά, ενώ στον Όφη το βουκούμαι σημαίνει παίρνω πρωινό.

Είκοσι λέξεις, και μέσα τους ακούγονται όλα τα στρώματα της γλώσσας: ελληνικές ρίζες, λατινικά που πέρασαν από το Βυζάντιο, μια τουρκική λέξη στον Όφη, μια ρωσική στο Ροστόφ, και λέξεις που αλλάζουν από τόπο σε τόπο.

Βρες κι άλλες λέξεις στο pontiaka.org και πες μας στα σχόλια της σελίδας μας πώς τα λέτε στο δικό σας χωριό.

Πηγές

PW: PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary

MK: Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion

DW: Dawkins (1937), The Pontic Dialect of Modern Greek in Asia Minor and Russia

MT: Mackridge, preface to Tursun's Romeika Turkish dictionary

Το Ποντιακό Λεξικό στο email σου Τα δύο νέα άρθρα κάθε δεύτερη Τρίτη. Τίποτε άλλο.

Ακολούθησε το Ποντιακό Λεξικό στο Facebook και στο Instagram για μια ποντιακή λέξη κάθε μέρα.

FacebookInstagram

Όλα τα άρθραΆνοιξε το λεξικό