Ποντιακό Λεξικό · Άρθρα
Κατάρες με αγάπη
Από το Δέβα χαθ’ ως το Να τσ̑ούτε η έδρα σ’!, οι ποντιακές κατάρες, οι βαριές και αυτές που λέγονται με αγάπη.
Στα ποντιακά η κατάρα δεν σημαίνει πάντα θυμό. Μια μάνα μπορεί να ευχηθεί στο παιδί της να το ψοφήσει ο Θεός και να το λέει με αγάπη. Το λεξικό του pontiaka.org το καταγράφει κι αυτό. Μαζέψαμε τις κατάρες και τις βρισιές του, από τις πιο ελαφριές ως τις πιο βαριές, και σημειώνουμε από πού έρχεται η κάθε μία και πού λέγεται.
Δέβα χαθ’
Η πιο γνωστή ποντιακή κατάρα είναι και η πιο σύντομη: Δέβα χαθ’ (νεοελληνικά: Χάσου, αγγλικά: Get lost!). Είναι ελληνική, και στηρίζεται σε δύο πηγές. Το Δέβα είναι το πήγαινε που είδαμε στις μικρές προστακτικές της κουβέντας, και εδώ σε στέλνει να χαθείς. Το 2021 ένα λεξικό από τη Βέροια τη χρησιμοποίησε στον τίτλο του: Δέβα χαθ κορονοϊέ, δηλαδή χάσου, κορονοϊέ.
Το Δέβα χαθ’ το βρίσκεις και σε προϊόν στο κατάστημά μας.
Ο Ρεbbής να ψοφίζει σε
Από την περιοχή του Όφη, ο Peter Mackridge καταγράφει μια κατάρα που ακούγεται τρομερή: Ο Ρεbbής να ψοφίζει σε (νεοελληνικά: Ο Θεός να σε ψοφήσει, αγγλικά: May God strike you dead like a beast). Η πηγή την αποδίδει: να σε ψοφήσει ο Θεός σαν ζώο. Το Ρεbbής (νεοελληνικά: Θεός, αγγλικά: God) έρχεται από το τουρκικό Rabbi και ο Mackridge το καταγράφει ως τη λέξη για τον Θεό στη μουσουλμανική χρήση του Όφη. Η φράση, λοιπόν, είναι μισή τουρκική και μισή ελληνική.
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι η σημείωση της πηγής: η κατάρα λέγεται συχνά με αγάπη, από μάνα.
Να τσ̑ούτε η έδρα σ’!
Υπάρχουν και κατάρες που δεν λέγονται για αστείο. Η πιο βαριά στο λεξικό μας είναι η Να τσ̑ούτε η έδρα σ’! (νεοελληνικά: Να σβηστεί η εστία σου, αγγλικά: May your hearth be put out). Η σημασία της είναι να σβήσει η γενιά σου. Η φράση είναι ελληνική: η έδρα έρχεται από το ἕδρα, και το τσ̑ούτε από το τσώνω, σβήνω. Ο Mackridge την καταγράφει στην περιοχή του Όφη, παραπέμποντας στον Παρχαρίδη και στον Tursun, γι’ αυτό και την έχουμε ως επιβεβαιωμένη από δύο πηγές.
Από την ίδια περιοχή καταγράφει και το Να μη σώνεις! (αγγλικά: curse formula). Είναι ελληνική φράση και η πηγή τη δίνει ως κατάρα, χωρίς όμως να εξηγεί την κυριολεκτική της σημασία. Δεν θα τη μαντέψουμε. Αν τη λένε στο σπίτι σας, πείτε μας τι εννοούν.
Αφορισμένος και ανάθεμα
Δύο κατάρες έρχονται κατευθείαν από την εκκλησία. Ο Αφορισμένος / Αφορισμέντσα (νεοελληνικά: Καταραμένος, η, αγγλικά: Cursed; naughty) είναι το ελληνικό ἀφορισμένος, αυτός που τον έχει αφορίσει η εκκλησία. Στα ποντιακά όμως η λέξη σημαίνει και κάτι πολύ πιο ελαφρύ: τον άτακτο, την ατίθαση. Η ίδια λέξη χωράει και την κατάρα και το πείραγμα. Δίπλα της στέκεται το Ανάθεμα (νεοελληνικά: Ανάθεμα, αγγλικά: Damned, detested), ελληνικό κι αυτό.
Αχμάκ’ς, σεύτελος, κομπωτής
Για όταν η κατάρα δεν αρκεί και θέλεις να βρίσεις, υπάρχει ο Αχμάκ’ς (νεοελληνικά: Βλάκας, αγγλικά: Idiot). Το λεξικό τον συνδέει με το τουρκικό ahmak, με βάση τη μορφή της λέξης. Ο Σεύτελος / Σεύτελον (νεοελληνικά: Χαζός, αγγλικά: Fool, stupid) λέει περίπου το ίδιο. Για την προέλευσή του η πηγή μας δεν λέει τίποτα. Και στον Όφη οι Revithiadou και Spyropoulos καταγράφουν τον κομπωτή (νεοελληνικά: απατεώνας, αγγλικά: cheat; deceiver).
Κατουρί νερόν και σκατόν χότζας
Το λεξικό κρατά και δύο εκφράσεις από την περιοχή του Όφη που δεν χρειάζονται μετάφραση, μόνο λίγο θάρρος. Το Κατουρί νερόν (νεοελληνικά: Βρόμικο νερό, αγγλικά: Dirty water, literally piss water) είναι το βρόμικο νερό, κατά λέξη κατουρόνερο. Και το Σκατόν (νεοελληνικά: Σκάρτος, αγγλικά: Worthless) μπαίνει μπροστά από ένα ουσιαστικό για να πει ότι κάτι ή κάποιος δεν αξίζει τίποτα, όπως στο σκατόν χότζας, ένας άχρηστος χότζας. Και οι δύο είναι ελληνικές, και τις καταγράφει ο Mackridge.
Βρες κι άλλες λέξεις στο pontiaka.org και πες μας στα σχόλια της σελίδας μας πώς τα λέτε στο δικό σας χωριό.
Πηγές
PW: PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary
NW: as cited in the dictionary entry for Δέβα χαθ’
MK: Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion
RS: Revithiadou and Spyropoulos, Οφίτικη Ποντιακή
In Pontic, a curse does not always mean anger. A mother can wish for God to strike her child dead and say it with love. The pontiaka.org dictionary records that too. We have gathered its curses and insults, from the lightest to the heaviest, and we note where each one comes from and where it is said.
Δέβα χαθ’
The best known Pontic curse is also the shortest: Δέβα χαθ’ (Greek Χάσου, "Get lost!"). It is Greek, and it is backed by two sources. Δέβα is the go we met among the small imperatives of conversation, and here it sends you off to get lost. In 2021 a dictionary from Veria used it in its title: Δέβα χαθ κορονοϊέ, get lost, coronavirus.
You will also find Δέβα χαθ’ on a product in our shop.
Ο Ρεbbής να ψοφίζει σε
From the Of area, Peter Mackridge records a curse that sounds terrible: Ο Ρεbbής να ψοφίζει σε (Greek Ο Θεός να σε ψοφήσει, "May God strike you dead like a beast"). The source renders it as: may God strike you dead like a beast. Ρεbbής (Greek Θεός, "God") comes from Turkish Rabbi, and Mackridge records it as the word for God in Muslim usage in Of. So the phrase is half Turkish and half Greek.
The most interesting part, though, is the source’s note: the curse is often said with affection, by a mother.
Να τσ̑ούτε η έδρα σ’!
There are also curses that are not said as a joke. The heaviest in our dictionary is Να τσ̑ούτε η έδρα σ’! (Greek Να σβηστεί η εστία σου, "May your hearth be put out"). What it means is may your line die out. The phrase is Greek: έδρα comes from ἕδρα, and τσ̑ούτε from τσώνω, to put out. Mackridge records it in the Of area, citing Parcharidis and Tursun, which is why we have it as confirmed by two sources.
From the same area he also records Να μη σώνεις! ("curse formula"). It is a Greek phrase and the source gives it as a curse, but does not explain its literal meaning. We will not guess. If it is said in your house, tell us what it means.
Αφορισμένος and ανάθεμα
Two curses come straight from the church. Αφορισμένος / Αφορισμέντσα (Greek Καταραμένος, η, "Cursed; naughty") is Greek ἀφορισμένος, someone the church has excommunicated. In Pontic, though, the word also means something much lighter: the naughty boy, the unruly girl. The same word holds both the curse and the teasing. Next to it stands Ανάθεμα (Greek Ανάθεμα, "Damned, detested"), also Greek.
Αχμάκ’ς, σεύτελος, κομπωτής
For when a curse is not enough and you want to call someone a name, there is Αχμάκ’ς (Greek Βλάκας, "Idiot"). The dictionary links it to Turkish ahmak, based on the form of the word. Σεύτελος / Σεύτελον (Greek Χαζός, "Fool, stupid") says much the same. On its origin our source says nothing. And in Of, Revithiadou and Spyropoulos record κομπωτής (Greek απατεώνας, "cheat; deceiver").
Κατουρί νερόν and σκατόν χότζας
The dictionary also keeps two expressions from the Of area that need no translation, just a little nerve. Κατουρί νερόν (Greek Βρόμικο νερό, "Dirty water", literally piss water) is dirty water. And Σκατόν (Greek Σκάρτος, "Worthless"), used as an adjective, goes in front of a noun to say that something or someone is worth nothing, as in σκατόν χότζας, a useless hodja. Both are Greek, and Mackridge records both.
Find more words at pontiaka.org and tell us in the comments on our page how you say them in your village.
Sources
PW: PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary
NW: as cited in the dictionary entry for Δέβα χαθ’
MK: Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion
RS: Revithiadou and Spyropoulos, Οφίτικη Ποντιακή