Ποντιακό Λεξικό · Άρθρα
Καλομάνα ή Καμμάνα; Οι λέξεις της ποντιακής οικογένειας
Από την Καλομάνα της Τραπεζούντας ως την Καμμάνα του Όφη, οι λέξεις με τις οποίες οι Πόντιοι φωνάζουν τους δικούς τους.
Κάθε οικογένεια έχει τις λέξεις της, και οι ποντιακές οικογένειες έχουν περισσότερες απ' όσες νομίζουμε. Η γιαγιά δεν λέγεται παντού το ίδιο, ο πατέρας έχει δύο ονόματα, και ο νονός έχει μια λέξη που λέει ακριβώς τι κάνει. Ανοίξαμε την κατηγορία της συγγένειας στο λεξικό του pontiaka.org και διαλέξαμε τις λέξεις που ακούγονται ακόμα στα σπίτια, σημειώνοντας κάθε φορά πού λέγεται η κάθε μορφή.
Καλομάνα ή Καμμάνα;
Η γιαγιά είναι το καλύτερο παράδειγμα για το πόσο μετράει ο τόπος. Η γενική ποντιακή λέξη, που καταγράφεται και στην Τραπεζούντα, είναι Καλομάνα (νεοελληνικά: Γιαγιά, αγγλικά: Grandmother). Είναι ελληνική λέξη και τη στηρίζουν τρεις πηγές: το PontosWorld και δύο μελέτες του Peter Mackridge.
Στον Όφη όμως η γιαγιά είναι Καμμάνα / Μαμμή (νεοελληνικά: Γιαγιά, αγγλικά: Grandmother). Ο Mackridge καταγράφει και τις δύο μορφές στην περιοχή του Όφη, χωρίς να ορίζει χωριό, και το λεξικό τις σημειώνει ως ελληνικές. Για τη μαμμή η πηγή δίνει και την προέλευση: την αρχαία ελληνική λέξη μάμμη. Από την ίδια ρίζα, στον Όφη και στη Σούρμενα, η τρυφερή μορφή είναι μαμμίκα (νεοελληνικά: γιαγιάκα, αγγλικά: grandma). Μια προσοχή: στα οφίτικα υπάρχει και η λέξη μαμήδες, που σημαίνει μαίες. Δεν είναι η ίδια λέξη και δεν πρέπει να τις μπερδεύουμε.
Αν λοιπόν η δική σας γιαγιά ήταν Καλομάνα και του φίλου σας Καμμάνα, δεν έχει κανείς λάθος. Απλώς οι οικογένειές σας ήρθαν από διαφορετικά μέρη.
Τετές, Λυκοπάππον και Λυκομάνα
Για τον παππού το λεξικό δίνει Τετές (νεοελληνικά: Παππούς, αγγλικά: Grandfather). Η πηγή, το PontosWorld, παραθέτει δίπλα του το τουρκικό dede ως συγγενική λέξη. Είναι μία μόνο πηγή, οπότε αν στο σπίτι σας τον παππού τον έλεγαν αλλιώς, θέλουμε να το ακούσουμε.
Μια γενιά πιο πάνω βρίσκουμε δύο λέξεις με κοινή αρχή. Ο προπαππούς είναι Λυκοπάππον (νεοελληνικά: Προπαππούς, αγγλικά: Great grandfather) και η προγιαγιά Λυκομάνα / Λυκοκαλομάνα (νεοελληνικά: Προγιαγιά, αγγλικά: Great grandmother). Και οι δύο είναι ελληνικές, λέγονται γενικά και καταγράφονται και στην περιοχή του Όφη, όπου ο Mackridge τις δίνει ως λυκοπάππο και λυκοκα(λο)μάνα. Προσέξτε πώς η Λυκοκαλομάνα κουβαλάει μέσα της ολόκληρη την Καλομάνα.
Κύρ και Μάνα
Ο πατέρας στα ποντιακά είναι Κύρ / Κύρης (νεοελληνικά: Πατέρας, αγγλικά: Father). Η λέξη προέρχεται από το ελληνικό κύρης και σημαίνει και αφέντης, κύριος του σπιτιού. Τη στηρίζουν τρεις πηγές, και στον Όφη ο Mackridge την καταγράφει με τη δική της προφορά, τσ̑ύρις.
Η μητέρα είναι απλά Μάνα (νεοελληνικά: Μητέρα, αγγλικά: Mother), ελληνική λέξη που λέγεται παντού. Στον Όφη όμως, όταν τη φωνάζεις, η κλητική κόβεται σε ένα σκέτο μά.
Νύφε, Πατσή, Ταής και Δεξάμενος
Γύρω από τους γονείς απλώνεται το υπόλοιπο σόι. Η Νύφε (νεοελληνικά: Νύφη, αγγλικά: Bride, daughter in law) λέγεται σε όλο τον Πόντο και είναι από τις πιο καλά τεκμηριωμένες λέξεις του λεξικού, με τέσσερις πηγές. Προέρχεται από το ελληνικό νύμφη και κρατά το αρχαίο η ως ε. Εκεί που η κοινή νεοελληνική λέει νύφη με ι, τα ποντιακά κρατούν τον παλιό ήχο.
Η αδελφή είναι Πατσή / Πατσί (νεοελληνικά: Αδελφή, αγγλικά: Sister). Ο Mackridge σημειώνει ότι στην περιοχή του Όφη η ίδια λέξη σημαίνει και κόρη. Για την προέλευσή της η πηγή δεν λέει τίποτα, και δεν θα μαντέψουμε.
Ο θείος είναι Ταής (νεοελληνικά: Θείος, αγγλικά: Uncle). Στον Όφη, κατά τον Mackridge, είναι συγκεκριμένα ο αδελφός της μητέρας. Η πηγή δίνει ως συγγενική λέξη το τουρκικό dayı.
Και ο νονός έχει μια λέξη που εξηγεί τον εαυτό της: Δεξάμενος (νεοελληνικά: Νονός, αγγλικά: Godfather). Είναι ελληνική και σημαίνει αυτός που δέχεται το παιδί. Μία πηγή την καταγράφει, το PontosWorld.
Κορτσόπον και Πουλόπο μ'
Τέλος, οι λέξεις για τα παιδιά. Το κορτσόπον, το κοριτσάκι, λέγεται σε όλο τον Πόντο, και θα του αφιερώσουμε ολόκληρο άρθρο όταν φτάσουμε στην κατάληξη όπον.
Και όταν η Καλομάνα ή η Καμμάνα θέλει να σε φωνάξει με τρυφερότητα, λέει Πουλόπο μ' (νεοελληνικά: Παιδί μου, αγγλικά: My child). Είναι ελληνική έκφραση αγάπης, καταγραμμένη στο PontosWorld.
Βάλε τα όλα μαζί και έχεις ένα ολόκληρο τραπέζι: ο Κύρ στην κορυφή, η Μάνα δίπλα, η Καλομάνα με το Κορτσόπον στην αγκαλιά, η Νύφε που μόλις μπήκε στο σπίτι και ο Δεξάμενος που ήρθε για το βάπτισμα.
Το Κορτσόπον το βρίσκεις και σε σκουφάκι στο κατάστημά μας.
Βρες κι άλλες λέξεις στο pontiaka.org και πες μας στα σχόλια της σελίδας μας πώς τα λέτε στο δικό σας χωριό.
Πηγές
PW: PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary
OE: Kahl, Pascaru and Rousiakis, Austrian Academy of Sciences, Pontic Greek
MK: Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion
LX: Mackridge (1999), Η ελληνοφωνία στην περιοχή του Όφη
WP: Wikipedia, Pontic Greek
Every family has its words, and Pontic families have more than we tend to think. Grandmother is not called the same thing everywhere, father has two names, and the godfather has a word that says exactly what he does. We opened the kinship category of the pontiaka.org dictionary and picked the words still heard at home, noting each time where each form is used.
Καλομάνα or Καμμάνα?
Grandmother is the clearest example of how much place matters. The general Pontic word, also recorded in Trapezounta, is Καλομάνα (Greek Γιαγιά, "Grandmother"). It is a Greek word and three sources support it: PontosWorld and two studies by Peter Mackridge.
In Of, though, grandmother is Καμμάνα / Μαμμή (Greek Γιαγιά, "Grandmother"). Mackridge records both forms in the Of area, without naming a village, and the dictionary marks them as Greek. For μαμμή the source also gives the origin: the Ancient Greek word μάμμη. From the same root, in Of and Sürmene, the affectionate form is μαμμίκα (Greek γιαγιάκα, "grandma"). One caution: Ofitic also has the word μαμήδες, meaning midwives. It is not the same word and the two should not be mixed up.
So if your grandmother was Καλομάνα and your friend's was Καμμάνα, nobody is wrong. Your families simply came from different places.
Τετές, Λυκοπάππον and Λυκομάνα
For grandfather the dictionary gives Τετές (Greek Παππούς, "Grandfather"). Its source, PontosWorld, lists the Turkish dede beside it as a cognate. That is a single source, so if your family called grandfather something else, we want to hear it.
One generation further up we find two words that start the same way. Great grandfather is Λυκοπάππον (Greek Προπαππούς, "Great grandfather") and great grandmother is Λυκομάνα / Λυκοκαλομάνα (Greek Προγιαγιά, "Great grandmother"). Both are Greek, both are used generally and both are also recorded in the Of area, where Mackridge gives them as λυκοπάππο and λυκοκα(λο)μάνα. Notice how Λυκοκαλομάνα carries the whole of Καλομάνα inside it.
Κύρ and Μάνα
Father in Pontic is Κύρ / Κύρης (Greek Πατέρας, "Father"). The word comes from Greek κύρης and also means master, the head of the house. Three sources support it, and in Of Mackridge records it with its own pronunciation, τσ̑ύρις.
Mother is simply Μάνα (Greek Μητέρα, "Mother"), a Greek word used everywhere. In Of, though, when you call out to her, the vocative is cut down to a bare μά.
Νύφε, Πατσή, Ταής and Δεξάμενος
Around the parents spreads the rest of the clan. Νύφε (Greek Νύφη, "Bride, daughter in law") is used across all of Pontus and is one of the best documented words in the dictionary, with four sources. It comes from Greek νύμφη and keeps the ancient η as e. Where Standard Greek says νύφη with an i sound, Pontic holds on to the old one.
Sister is Πατσή / Πατσί (Greek Αδελφή, "Sister"). Mackridge notes that in the Of area the same word also means daughter. The source says nothing about its origin, and we will not guess.
Uncle is Ταής (Greek Θείος, "Uncle"). In Of, according to Mackridge, it is specifically the mother's brother. The source gives the Turkish dayı as a cognate.
And the godfather has a word that explains itself: Δεξάμενος (Greek Νονός, "Godfather"). It is Greek and means the one who receives the child. One source records it, PontosWorld.
Κορτσόπον and Πουλόπο μ'
Finally, the words for children. Κορτσόπον, little girl, is used across all of Pontus, and it will get a post of its own when we come to the όπον ending.
And when Καλομάνα or Καμμάνα wants to call you tenderly, she says Πουλόπο μ' (Greek Παιδί μου, "My child"). It is a Greek term of endearment, recorded by PontosWorld.
Put them all together and you have a full table: Κύρ at the head, Μάνα beside him, Καλομάνα with Κορτσόπον in her arms, the Νύφε who has just joined the household and the Δεξάμενος who came for the christening.
You will also find Κορτσόπον on a beanie in our shop.
Find more words at pontiaka.org and tell us in the comments on our page how you say them in your village.
Sources
PW: PontosWorld Pontic/Romeyka Dictionary
OE: Kahl, Pascaru and Rousiakis, Austrian Academy of Sciences, Pontic Greek
MK: Mackridge (2023), unpublished vocabulary from Sarachos, Lexikographikon Deltion
LX: Mackridge (1999), Η ελληνοφωνία στην περιοχή του Όφη
WP: Wikipedia, Pontic Greek